δημοσιεύτηκαν πρόσφατα

επισκέψεις

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν σαράντα οικογένειες Τσιγγάνοι που ταξίδευαν όλο το χρόνο, σε όλη την Ελλάδα. Μια μέρα, είδαν ένα μεγάλο λιβάδι και αμέσως έστησαν εκεί τα τσαντίρια τους. Το λιβάδι αυτό ανήκε στο βασιλιά και ήταν μπροστά στο παλάτι του. Οι Τσιγγάνοι, αφού έστησαν τα τσαντίρια τους κοιμήθηκαν και το πρωί άρχισε το γλέντι. Οι άντρες παίζανε μουσική και τα κορίτσια χορεύανε. Ο βασιλιάς ξύπνησε απ’ τη φασαρία και βγήκε στο παράθυρο να δει τι γίνεται. Μόλις είδε τους Τσιγγάνους, θύμωσε πολύ και φώναξε αμέσως το γιο του να πάει να τους διώξει. Ο πρίγκιπας πήρε το άλογό του και τρεις στρατιώτες και πήγε στους Τσιγγάνους. -«Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να στήσετε εδώ τα τσαντίρια σας; Μαζέψτε τα γρήγορα και φύγετε!» τους είπε. Οι Τσιγγάνοι τρομαγμένοι δεν ήξεραν τι να κάνουν, ώσπου μια όμορφη Τσιγγάνα βγήκε μπροστά και είπε στο βασιλόπουλο: «Άρχοντά μου, εσύ που είσαι τόσο όμορφος και νέο παλικάρι, θα έπρεπε λίγο να σκεφτείς αυτά που λες. Εδώ υπάρχουνε πολλά παιδιά και γέροι κι είναι πολύ δύσκολο να τα μαζέψουμε. Δώσε μας τουλάχιστον μια μέρα καιρό και θα φύγουμε». Ο πρίγκιπας μόλις την είδε κατέβηκε από το άλογό του και της είπε πως μπορούν να μείνουν όσο θέλουν κι ότι κανένας πια δεν θα τους διώξει. Κι ύστερα γύρισε στο παλάτι.



Ο πρίγκιπας ερωτεύτηκε αμέσως την Τσιγγάνα και κάθε μέρα έβγαινε στο μπαλκόνι του παλατιού και την έβλεπε που χόρευε. Όμως ο βασιλιάς έστειλε έναν υπηρέτη κι έδιωξε τους Τσιγγάνους χωρίς να το ξέρει ο γιος του. Ο πρίγκιπας ξύπνησε το άλλο πρωί, άνοιξε το παράθυρό του για να δει την αγαπημένη του, αλλά δεν υπήρχε κανείς, ούτε Τσιγγάνοι ούτε τσαντίρια. Έτρεξε γρήγορα στον πατέρα του να μάθει τι έγινε κι ο βασιλιάς του είπε την αλήθεια. Τότε ο πρίγκιπας ζήτησε απ’ τον πατέρα του να του δώσει μερικούς στρατιώτες να πάει να βρει την όμορφη Τσιγγάνα γιατί, αν δεν την έβλεπε, θα πέθαινε απ’ την αγάπη του για κείνη. Ο βασιλιάς, θυμωμένος, του είπε πως αν πάει να βρει την Τσιγγάνα δεν θα τον γνώριζε πια για γιο του και ότι υπάρχουνε τόσες κοπέλες της τάξης του να παντρευτεί κι όχι μια Τσιγγάνα που όλο το χρόνο γυρίζει από δω κι από κει. Ο πρίγκιπας δεν έδωσε σημασία στα λόγια του βασιλιά, πήρε μερικούς στρατιώτες και κίνησε να την βρει.



Μέρες και νύχτες έψαχνε, πέρασε πόλεις και χωριά, ρώτησε παντού, αλλά κανένας δεν ήξερε να του πει πού είναι. Απελπισμένος ο πρίγκιπας σκεφτόταν τι να κάνει, όταν είδε να περνάει ένας γανωτζής. Τον ρώτησε αν είδε 40 οικογένειες Τσιγγάνους και ο γανωτζής του είπε πως τους είδε κι ότι σταμάτησαν για λίγο στο ποτάμι να πλύνουν και μετά θα ‘φευγαν. Ο πρίγκιπας τον ευχαρίστησε κι έτρεξε στο ποτάμι. Βρήκε την όμορφη Τσιγγάνα να πλένει, πήγε κοντά της και της είπε: «Θέλει αν με παντρευτείς;» -«Ναι» του απάντησε εκείνη, γιατί κι αυτή τον είχε ερωτευτεί. Ο πρίγκιπας αποφάσισε τότε να μείνει κοντά της κι έστειλε τους στρατιώτες πίσω στο παλάτι. Όταν τους είδε ο βασιλιάς, τους ρώτησε πού είναι ο γιος του. Εκείνοι του είπαν το και το και πως καλά έκανε το βασιλόπουλο κι έμεινε μαζί της, γιατί η Τσιγγάνα είναι πολύ όμορφη. Ο βασιλιάς έδωσε διαταγή να πάνε να τους φέρουνε στο παλάτι να δει κι αυτός τη νύφη του, που όλοι λέγαν πως είναι τόσο όμορφη. Έτσι κι έγινε. Οι άνθρωποι του βασιλιά φέρανε στο παλάτι τον πρίγκιπα και την Τσιγγάνα. Μόλις την είδε ο βασιλιάς, είπε ότι στ’ αλήθεια είναι πολύ όμορφη κι είχε δίκιο ο γιος του που την αγάπησε και χαλάλι του να την παντρευτεί. Τους πάντρεψε ο ίδιος και ζήτησε από όλους τους Τσιγγάνους να μείνουν στο βασίλειό του και να τους φτιάξει σπίτια. Όμως οι Τσιγγάνοι δεν δέχτηκαν και του είπαν: «Τα πουλιά δεν μένουν στα κλουβιά, θέλουν να είναι ελεύθερα και χαρούμενα, το ίδιο και εμείς». Μείνανε λίγο καιρό στο βασίλειο, χαιρέτησαν την όμορφη Τσιγγάνα και έφυγαν για το ταξίδι τους, για πού κι οι ίδιοι δεν ξέρουν. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς εδώ καλύτερα.



Το διηγήθηκε ο Βάιος Καλλιώρας απο τους Σοφάδες, στη Ζωή Καλλιώρα. Το άκουσε από τη μητέρα του όπως και πολλά άλλα παραμύθια, που τα διηγείται στα τσιγγανόπαιδα της περιοχής. (αναδημοσίευση από εδώ)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου