Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Η τεθλασμένη γραμμή ανάμεσα στην ανασφάλεια και την εξουσία





Υπάρχει μονοπάτι ανάμεσα στην ανασφάλεια και την εξουσία, και αν ναι, πόσο εύκολο είναι να το περπατήσει κανείς;

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Τι γυρεύουμε εμείς μέσα στη νύχτα των άλλων;



Στάση λεωφορείου. Δυο άντρες τσακώνονται. Στέκονται όρθιοι κάνοντας χειρονομίες. Δείχνουν να γνωρίζονται. Ωστόσο δείχνουν να κουβεντιάζουν για κάτι ξένο. Μιλούν ο ένας πάνω στον άλλο. Δείχνουν να μην ακούνε. Δείχνουν επίσης να είναι πλήρως απορροφημένοι από τον καυγά τους., τόσο, που να μη δίνουν καμία σημασία στο τι συμβαίνει γύρω τους, στο αν πέρασε ή φεύγει κάποιο λεωφορείο που ίσως περιμένουν. η συζήτηση όλο και γίνεται πιο έντονη. Ένα λεωφορείο περνά γρήγορα γρήγορα από μπροστά τους. Το κοιτάζουν να φεύγει.

Μια γυναίκα μόνη της στο δρόμο. Τρέχει, λαχανιασμένη, προσπερνώντας περαστικούς, κολώνες, κάδους, παρτέρια. Σε μια διάβαση πεζών, δε σταματάει παρά το κόκκινο και τρέχει. Τη βρίζουν οι οδηγοί που φρενάρουν απότομα για να μην την πατήσουν. Αυτή τρέχει. Δε σταματάει. Κοιτάζει πίσω. Τρέχει πιο γρήγορα. Βγαίνει τώρα στο δρόμο. Σηκώνει τα χέρια της κοιτάζοντας προς τα πίσω. κάνει τα τελευταία της βήματα. Ένα λεωφορείο σταματάει δίπλα της. Ανεβαίνει.

Ένα λεωφορείο φεύγει από μια στάση. Αφήνει πίσω του καπνούς και σκοτάδι. Είναι το τελευταίο δρομολόγιο. Κανείς δε μπορεί να το προλάβει πια. Ένα ζευγάρι φτάνει στη στάση λίγα δευτερόλεπτα μετά. Βλέπουν το λεωφορείο να φεύγει, κι όμως περπατούν προς τη στάση. Δείχνει να μην τους επηρεάζει το ότι το έχασαν. Κάθονται στη στάση λες και δεν τρέχει τίποτα. Ανάβουν τσιγάρο μαζί. Είναι πολύ αργά. Φιλιούνται.

Ένας άνθρωπος κάθεται με το παιδί του στη στάση. Το κρατάει σφιχτά στα χέρια του λες και θα του το πάρει κάποιος. Που και που το κοιτάζει, λες και είναι η τελευταία φορά. Το χαϊδεύει προσεκτικά, και τακτοποιεί τα ρούχα, την τσάντα και τα μαλλιά του. Το φιλά και το σφίγγει ξανά και ξανά. Το παιδί τον κοιτάζει αποσβολωμένο και τυφλώνεται από τα φώτα των αυτοκινήτων. Περιμένουν. Το λεωφορείο έρχεται και σηκώνονται απρόθυμα. Ο άνθρωπος ανεβάζει το παιδί στο λεωφορείο και το φιλά για μία τελευταία φορά. Οι πόρτες κλείνουν πίσω από το παιδί, που μπαίνει χωρίς να καταλαβαίνει στο όχημα. Το λεωφορείο φεύγει. Ο άνθρωπος στέκεται για λίγο μετέωρος. Έπειτα σωριάζεται.

Δύο άνθρωποι κατεβαίνουν από το λεωφορείο. Έρχονται προς τη στάση αλλά το μετανιώνουν. Στέκονται στη μέση του δρόμου. Κοιτάζουν προς τα δυο ρεύματα, αλλά κανείς δεν έρχεται. Ξαφνικά, ένα ταξί σταματά μπροστά τους. Μπαίνουν και φεύγουν. Κατέβηκαν σε λάθος στάση.

Ένα λεωφορείο σταματά σε μια στάση. Οι πόρτες ανοίγουν. Ο οδηγός εκνευρισμένος κοιτάζει προς τα έξω. Ο άντρας που κάθεται στη στάση αμέριμνος δεν του δίνει καμία σημασία. Οι πόρτες κλείνουν απότομα, ενώ το όχημα ήδη έχει ξεκινήσει. Να και κάποιος που δεν ανέβηκε στο λεωφορείο.

Ένα ταξί κυκλοφορεί στον άδειο δρόμο. Η πιθανότητα να βρει κάποιον πελάτη είναι πολύ μικρή, κάτι που το κάνει να κινείται με μεγάλη ταχύτητα. ξαφνικά, κατεβάζει ταχύτητα. Σταματάει σε μια στάση λεωφορείου. Ίσως κάποιος χάσει το τελευταίο δρομολόγιο. Ίσως κάποιος που κατέβει από το λεωφορείο, θελήσει μια σύντομη διαδρομή κάπου εκεί κοντά. Πάντως από το να κάνει βόλτες στους άδειους δρόμους, καλύτερα κάπου να σταματούσε. Παρκάρει και περιμένει. Η ώρα περνά, αλλά κανένα λεωφορείο δεν έρχεται. Κόντεψε να τον πάρει ο ύπνος.  Είπε να ξεκινήσει ξανά. Το ταξί δεν έπαιρνε μπροστά. Ξανά και ξανά. Είχε ξεχάσει να βάλει βενζίνη μέσα σε όλες αυτές τις διαδρομές. Βγήκε από το ταξί. Το κλείδωσε προσεκτικά και κάθισε στη στάση περιμένοντας το τελευταίο λεωφορείο.

Το τελευταίο λεωφορείο ξεκίνησε βαριεστημένα από την αφετηρία. Όπως κάθε βράδυ, τα περισσότερα καθίσματά του ήταν άδεια και μόνο κάποιοι σταθεροί επιβάτες που ξέρουν τα χούγια του, τους οδηγούς τους, τους χαιρετάνε ευγενικά και τους αποχαιρετούν όποτε κατεβαίνουν, ο καθένας στη στάση του. Έτσι και εκείνο το βράδυ μόλις είχε φύγει από την αφετηρία, με μόνο έναν επιβάτη, που καθόταν στο πίσω δεξιά κάθισμα. Όπως συνήθως συμβαίνει, οι περισσότεροι από τους επιβάτες ανέβαιναν είτε στην αφετηρία είτε στη στάση της μεγάλης πλατείας, κυρίως βέβαια τα βράδια του Σαββάτου, που οι πιτσιρικάδες γυρίζουν σπίτι τους. Απόψε που ήταν καθημερινή, τα πράγματα κυλούσαν μάλλον φυσιολογικά: ένας επιβάτης στην αρχή, ίσως κάποιοι τυχαίοι στο δρόμο, κατά τα άλλα ησυχία. Οι στάσεις περνούσαν η μία μετά την άλλη. Ο οδηγός από τη μία θα ήθελε πολύ να έπιανε κουβέντα με τον επιβάτη ώστε να κυλήσει η ώρα πιο ευχάριστα, από την άλλη θα ευχόταν να τελειώσει με το δρομολόγιο το συντομότερο δυνατό. Όμως ο επιβάτης του έδειχνε μάλλον να τον αποφεύγει από επιλογή, αν έβλεπε κανείς εκεί που καθόταν. Έδειχνε να τον ενδιαφέρουν περισσότερο όσα συνέβαιναν στο δρόμο.
Μόλις τρεις στάσεις μετά, το λεωφορείο σταμάτησε. Ο οδηγός είπε κάτι στην ανοιχτή πόρτα. Ξεκίνησε ξανά. Δυο στάσεις μετά, το μόνο που πρόλαβε να παρατηρήσει, είναι δυο ζευγάρια μάτια να  κοιτάζουν εμβρόντητα ενώ το λεωφορείο τα άφηνε πίσω του. Αμέσως κάποιος φάνηκε να τρέχει στο πεζοδρόμιο. Ο επιβάτης αναγκάστηκε να μιλήσει: "Για όνομα του Θεού, κάνετε μια στάση". Μια κοπέλα μπαίνει και σωριάζεται μισολιπόθυμη στο πρώτο κάθισμα που βρήκε μπροστά της. Το λεωφορείο ξεκινάει και σταματάει δυο τρία τετράγωνα μετά. Η κοπέλα δεν έχει εισιτήριο και ο οδηγός την πετάει έξω. Ταυτόχρονα ένα παιδί ανεβαίνει, κοιτάζει κάτω. Ο επιβάτης  κοιτάζει από το παράθυρο έναν άντρα να σωριάζεται στη στάση. Τον κοιτάζει για όση ώρα μπορεί, όσο απομακρύνεται το όχημα. 
Για λίγες στιγμές μετά το μάτι του πέφτει στο απέναντι ρεύμα. Παρατηρεί το τελευταίο δρομολόγιο που περνάει απέναντι, σταματάει στην απέναντι στάση. Πίσω από τους καπνούς που αφήνει, δυο άνθρωποι που μόλις είχαν κατέβει, ψάχνουν και κοιτάζουν αριστερά δεξιά. πριν καταλάβει τι έχει συμβεί,  το λεωφορείο σταματάει ξανά για μια στιγμή, πριν ο οδηγός βρίζοντας σχεδόν ξεκινάει με ανοιχτές πόρτες. Κάποιος που στεκόταν στη στάση δεν ανέβηκε. Συμβαίνουν συχνά αυτά. 
Ξαφνικά καταλαβαίνει ότι κάτι του πάει στραβά. Δεν έχει ξαναδεί τις γειτονιές αυτές  από το λεωφορείο. Έχει χάσει τη στάση του. Το λεωφορείο είχε περάσει τώρα στο πάνω μέρος της πόλης. Άρχισε να αγχώνεται. Πάτησε το κουμπί να κατέβει, λες και βρισκόταν στο τρενάκι του τρόμου. Ίσως κάποιο ταξί να βρισκόταν για να τον γυρίσει πίσω. Κοίταξε επίμονα τη στάση που θα κατέβαινε. Ένα ταξί σταματημένο, για καλή του τύχη βρισκόταν εκεί.  Κατέβηκε χωρίς καθυστέρηση. Το ταξί βρίσκονταν όντως εκεί. Περπάτησε προς αυτό. Ούτε που πήρε είδηση τον άντρα που ανέβηκε στο λεωφορείο. Κανείς δεν ήταν μέσα.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Μήπως λοιπόν για όλα φταίνε οι άντρες;






Έφτασε η εποχή όπου πέρα από την πραγματικότητα που επιβάλλει τους όρους της και βάζει δύσκολα στους ίδιους τους ανθρώπους για να την εξηγήσουν, βρισκόμαστε ως κοινωνία σε μια μεγάλη σύγχυση γύρω από διάφορα καθιερωμένα ζητήματα, που άλλοτε έχριζαν μιας απλής διάγνωσης και έξω από εδώ, τα οποία τώρα επίσης μας πιέζουν και δηλώνουν επίμονα την ανάγκη και για πρακτικές λύσεις. Έφτασε με άλλα λόγια η εποχή όπου το συμβολικό, όχι μόνο αποχαιρετά τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, αλλά έχει εγκαταλείψει την καθημερινή ζωή προ πολλού.
Είναι μάλιστα αυτή η σύγχυση, που προκαλεί μεγάλες εντάσεις, καταθλίψεις, θανάτους, αυτοκτονίες, διαζύγια αλλά και μεγάλες μόδες και ρεύματα. Για παράδειγμα, είναι πολλοί αυτοί που στις μέρες μας πέφτουν από τα σύννεφα διαπιστώνοντας την κατάσταση γύρω τους, την ασφυξία που νιώθουν όταν μετράνε όλο και περισσότερους ανθρώπους  που ανεξαρτήτως καταβολής, χαρακτήρα, ιδιότητας, πρότερου έντιμου βίου, προσδοκιών, κουλτούρας, ηθικής, εθνότητας και οικονομικής κατάστασης, να έχουν ένα και μόνο κοινό, ή να καταλήγουν να το αποκτούν, σπέρνοντάς τους την απογοήτευση: καταπατούν το χώρο των άλλων γκρεμίζοντας οποιαδήποτε έννοια σεβασμού ή ευγένειας.
Έτσι βλέπουμε πολέμους σε όλα τα επίπεδα, όπως σε αυτό της θρησκείας,  που καταστρέφει σύνορα, ανθρώπους κάθε ηλικίας, μνημεία, ηθικές και αξιακά συστήματα, πολέμους οικονομικούς που στο όνομα ιδεολογημάτων και οραμάτων του παρελθόντος και του μέλλοντος, πνίγουν ανθρώπους, λαούς και κράτη στο όνομα του κέρδους και του φασισμού του. Βλέπουμε επίσης βιομηχανίες φόβου, να πουλάνε ακριβά το ψέμα και να αγοράζουν συνειδήσεις, ζωές και τυφλή συγκατάβαση και μάλιστα στην πιο φτηνή τιμή. Βλέπουμε ταυτόχρονα ανθρώπους, που επικαλούμενοι την κοινή λογική, ή τη συνήθεια των πολλών, αγοράζουν πρόθυμα και με κάθε τίμημα ό,τι τους πουλήσουν και σα να μην έφτανε αυτό, τα βάζουν και αποκλείουν όποιον διαφέρει και αρνείται να αγοράσει και να ξεπουληθεί.
 Δε βλέπουμε ωστόσο μόνο αυτά. Βλέπουμε ανθρώπους που θεωρούν δεδομένη τη συγχώρεση, όποιο λάθος και να κάνουν, την επικαλούνται και στο όνομά της αρνούνται να μάθουν από τα λάθη τους. Βλέπουμε άλλους, που ρίχνουν πάντα την ευθύνη στους άλλους, τους κατηγορούν είτε για να τους μειώσουν, είτε για να αυξήσουν τη δική τους μετριότητα και πάντα έχουν μια δικαιολογία για τον εαυτό τους. Βλέπουμε ακόμα ανθρώπους που τάχα μου βγάζουν συνέχεια αναλύσεις επί αναλύσεων, καταλήγοντας πάντα με την ίδια έκπληξη στο ίδιο συμπέρασμα, συνήθως κάνοντας πρώτα ένα μικρό ή μεγαλύτερο λογικό άλμα, με λίγο σπρώξιμο από κάποιο τυφλό κίνητρο. Βλέπουμε τέλος ανθρώπους αδύναμους, που όσο κι αν καταλαβαίνουν τα παραπάνω, όσο κι αν σωστά εξηγούν την κατάσταση, δεν είναι σε θέση όσο κι αν είναι έτοιμοι ή πιο έτοιμοι από τους γύρω τους, να κάνουν κάτι πολύ πολύ απλό: να δώσουν σε αυτό που οι ίδιοι έχουν τη σημασία και την προσοχή που του αξίζει. Αυτή ωστόσο είναι και η συνέπεια της αδυναμίας τους. Να μετράνε απώλειες.
Το ζήτημα είναι ότι στην εποχή της σύγχυσης, στην εποχή μας, όσο κι αν ο πόλεμος και ο φασισμός σε όλα τα επίπεδα  και η καταστροφή που προκαλούν, φαντάζουν το κύριο πρόβλημα, είναι η συμπεριφορά και οι σχέσεις των ανθρώπων που προκαλούν το γενικό φαινόμενο, τη μεγάλη εικόνα που κανείς δε μπορεί να εξηγήσει. Ας αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που συνδέει τις συμπεριφορές όλων αυτών των ανθρώπων, αν υπάρχει, ή πρόκειται για ξεχωριστά μεταξύ τους φαινόμενα.
Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω με έναν μόνο ισχυρισμό, όσο ριψοκίνδυνο και αν είναι αυτό. Ζούμε στην εποχή λοιπόν του παροδικού ή υποσυνείδητου μίσους.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι άνθρωποι μισούν τον εαυτό τους, τους ικανότερούς τους, τους μεγαλύτερους σε ηλικία, τους αδύναμους και τα παιδιά. Όλα τα παραπάνω εξηγούν ίσως κάποιες από τις παραπάνω συμπεριφορές. Ας δούμε ωστόσο και ένα άλλο αντικείμενο του μίσους.
Ας μιλήσουμε για το μίσος προς τις γυναίκες. 
Αλήθεια πόσο πιθανό είναι, κάποιος που μίσησε τη μαμά του επειδή δεν τον αναγνώρισε όσο έπρεπε ή του δικαιολογούσε τα πάντα, να επιβάλλει στους άλλους τη συγχώρεση άνευ όρων και να απαλλάσσει  τον εαυτό του από κάθε ευθύνη χωρίς να πληρώνει κανένα κόστος; Ή πόσο πιθανό είναι κάποιος να αναπαράγει στις γυναίκες γύρω τους το ρόλο της μάνας του με σκοπό να μπορεί αμέσως μετά να παραβιάσει κάθε σεβασμό και να πάρει εκδίκηση για την παιδική του ηλικία; Πόσες σχέσεις άραγε δε θυσιάστηκαν αλήθεια στον παραπάνω βωμό; Ή ακόμα πόσα παιδιά δε μεγάλωσαν και δε διαμορφώθηκαν πάνω στο πρότυπο του δήθεν ανώτερου άντρα που βάζει τον εαυτό του πάνω από όλα; Ας το πάρουμε όμως και ανάποδα. Πόσες μητέρες  δεν έπεσαν θύμα του μίσους των ανδρών και συμπεριφέρθηκαν ανακλαστικά στα παιδιά τους; Πόσες γυναίκες δε μεγάλωσαν με πρότυπα που βασίζονταν στο μίσος των ανδρών προς αυτές; Πόσες γυναίκες δεν υπέκυψαν στο δίκαιο αυτού του μίσους; Ή τέλος πόσες γυναίκες δε ζουν με το φόβο της απόρριψης ή της κάκωσης, και γι αυτό το λόγο απορρίπτουν προληπτικά τους γύρω τους με σκοπό να προστατέψουν ό,τι μπορεί να προστατευτεί;

Μήπως λοιπόν για όλα φταίνε οι άνδρες; Ίσως.

Το σίγουρο είναι ότι στην εποχή της σύγχυσης και του παροδικού μίσους, σπάνια παίρνει κανείς ακριβώς αυτό που του αξίζει τη στιγμή που πρέπει, ενώ κάποιοι δεν τον παίρνουν ποτέ. Ας αποφασίσουμε τι θα κάνουμε ενώ περιμένουμε.

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Ξέρεις πως εσύ, όχι η μοίρα, όχι η τύχη, μήτε οι άνθρωποι γύρω σου, εσύ μονάχα έχεις, ό,τι και αν κάμεις, ό,τι και αν γίνεις ακέραιη την ευθύνη.





Αγαπητέ παππού,

Απαντώντας στην επιστολή σου, αποφάσισα σήμερα, ημέρα παράξενη από κάθε άποψη, να σου απαντήσω, και να ευχηθώ κατ' αρχήν χρόνια πολλά, καθώς και μια άλλη ευχή, που συνηθίζω να σου λέω τα τελευταία δυο χρόνια περίπου: “να ρίξεις μπόι”.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Τα μυρμήγκια και οι τρεις γείτονες.


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μυρμηγκοφωλιά. Όπως σε όλες τις μυρμηγκοφωλιές, μόνο η είσοδος ήταν ορατή στην επιφάνεια και μόνο τα μυρμήγκια ήξεραν και μπορούσαν να μπουν μέσα στους διαδρόμους. Όπως επίσης συμβαίνει στις μυρμηγκοφωλιές,κανένα από τα μυρμήγκια δε μπορούσε με βεβαιότητα να πει πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η φωλιά, κάτι που μπορούσε μόνο να διαπιστωθεί αν κάποιο σκαπέτι έσκαβε και την ξεπάτωνε.

Αριθμός επισκεπτών