Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.



Αγαπητοί,
Σας γράφω ξανά μετά από μήνες. Δε μπορώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που σας έγραψα. Υποθέτω, ωστόσο, ότι ήταν άλλες οι συνθήκες και τα μέρη στα οποία τότε ταξίδευα. Οπότε θα σας συνιστούσα να μην αναζητήσετε το πότε σας έγραψα τελευταία φορά, εγώ δεν το έκανα τουλάχιστο. Ωστόσο, πριν αρχίσω να γράφω αυτά που έχω να σας πω, θα ήθελα να σας προειδοποιήσω. Τις στιγμή αυτή που γράφω, το μυαλό μου γυρίζει τόσο πολύ γρήγορα, που θαρρώ ότι γυρίζει και το κεφάλι μου.
Υποθέτω ότι αναρωτιέστε πού βρίσκομαι και τι κάνω αυτή την περίοδο. Να σας πω για αρχή ότι μετανάστευσα. Όμως αυτή η μετανάστευση δεν έχει να κάνει με σύνορα και διαβατήρια, ή με θλιβερές ιστορίες αποχωρισμού, όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Βρίσκομαι εδώ και μήνες σε μια νέα χώρα. Το βασικό χαρακτηριστικό της, σε αντίθεση με αυτές που στέλνετε τα παιδιά σας, είναι ότι δε μπορείτε ,όσο και αν ψάξετε, να τη δείχνετε με το δάχτυλο στο χάρτη. Αυτή η χώρα δεν έχει ούτε σύνορα, ούτε σημαίες, ούτε νομίσματα, ούτε ωραίες πόλεις με χαρακτηριστικά αξιοθέατα, ούτε σημαντικά πανεπιστήμια με πολυσύνθετους τίτλους στα μεταπτυχιακά τους που γίνονται ωραίες κορνίζες στους τοίχους των σαλονιών. Δεν έχει αυτή η χώρα ωραία ηλιοβασιλέματα και ευκαιρίες καριέρας.
Βλέπω την απορία στα μάτια σας μετά τις παραπάνω γραμμές. Ποιά είναι αυτή η χώρα, θα σκέφτεστε. Θα σας πω κι άλλα λοιπόν. Μεταφέρθηκα από τη χώρα του πότε πότε, στην οποία βρισκόμουν όλα τα προηγούμενα χρόνια και που υποθέτω ότι βρίσκεστε κι εσείς, στη χώρα του ποτέ ποτέ. Και εξηγούμαι.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξέρει κανείς για αυτή τη χώρα είναι η διαφορά στο χρόνο.
Θα σα πω πρώτα για τη δικιά σας χώρα. Στη χώρα του πότε πότε, ο χρόνος είναι αυτός που δεσπόζει. Αυτός καθορίζει τον τρόπο που μιλάς, τον τρόπο που ζεις, την ηλικία σου, το πώς πρέπει να φέρεσαι με βάση αυτή και το πότε θα πεθάνεις. Τις προθεσμίες. Την ημερομηνία λήξης αυτών που τρως. Την ημερομηνία εξόφλησης των λογαριασμών και των υποχρεώσεών. Τη στιγμή που συναντάς τους άλλους, καθώς και τη στιγμή που τους αποχωρίζεσαι. Τη στιγμή που αρχίζει και τελειώνει η δουλειά. Τις ώρες κοινής ησυχίας. Τον τρόπο που διαβάζεις το παρελθόν, τον τρόπο που διαβάζεις την ιστορία και αυτά που προηγήθηκαν. Τέλος, την ανάγκη να προβλέψεις τα μελλούμενα. Ο χρόνος είναι το χαλί που σκεπάζει τα πάντα, σαν τη γύρη που πέφτει παντού σε ένα πευκοδάσος από τον αέρα την άνοιξη. Και ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κατανοητό, καλό ή κακό, κάτι στο οποίο εγώ θα μου επιτρέψετε να μην πάρω θέση, αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τη χώρα στην οποία εγώ ζω τώρα.
Η χώρα του ποτέ ποτέ με μια πρώτη ματιά μοιάζει με κάποια ωραία τοποθεσία του υπόλοιπου κόσμου. Έχει ποικιλία στα τοπία και στα κλίματα, μιας και βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικές ηπείρους. Έχει ανθρώπους βαθιά ριζωμένους στο χώμα που πατάνε, ακόμα και αν πρέπει να τους ψάξεις καλά για να τους βρεις. Έχει μεγάλη ιστορία, μόνο που αυτή δεν αφορά μόνο ιστορικά γεγονότα, μάχες και ανδραγαθήματα. Δεν αφορά ιστορίες νικητών και νικημένων, ούτε δασκάλους και παιδιά που τις αναμασάνε. Αφορά χαράδρες και βουνά, λουλούδια και βότανα, σύννεφα και πετούμενα. Αφορά μουσικές και λέξεις που χορεύοντας μπαίνουν σε σειρά. Αφορά, τέλος, πόδια που χτυπάνε με δύναμη το έδαφος για να πετάξουν ψηλά μετά.
Μέχρι εδώ όλα καλά.
Και τότε αρχίζεις να ανακαλύπτεις τα πρώτα πράγματα. Αν παρατηρήσεις καλύτερα, βλέπεις ότι σε αυτή τη χώρα ζουν πλάσματα μυθικά. Τα βρίσκεις μόνο αν πας σε εκείνα τα μέρη που δεν τα περιμένεις, όπως σε δάση τροπικά και σε βουνά που κρύβουν μέσα τους κρυστάλλους . Και, ενώ μπορείς να τα θαυμάσεις για πολλούς λόγους, όπως τα κατορθώματά τους, το μέγεθός τους και άλλα τους χαρακτηριστικά, μόνο αν κοιτάξεις στα μάτια τους καταλαβαίνεις την ουσία. Κάθε ένα από αυτά τα μυθικά πλάσματα έχουν αρετές και ελαττώματα, μα έχουν κάτι από τα δύο μεγαλύτερο από τα άλλα. Και αυτό είναι που φαίνεται στο βλέμμα τους, όταν σε κοιτάζουν. Αυτός λοιπόν είναι και ο πραγματικός λόγος για να τα θαυμάσεις. Αλήθεια, σας έχει συμβεί ποτέ να θαυμάσετε κάποιον για τα ελαττώματά του;
Θα αναρωτιέστε σίγουρα γιατί αυτή η χώρα είναι του ποτέ ποτέ. Νομίζω όμως ότι είναι προφανές. Όσο κι αν ψάξει κανείς εδώ, δε βρίσκει το χαλί που λέγαμε πριν. Αυτή η χώρα έχει απαλλαγεί από τη δυνάστευση του χρόνου, όπως την περιγράψαμε πριν. Αυτό, πιστέψτε με, είναι αρκετά πρωτόγνωρο. Για την ακρίβεια είναι όπως μπαίνεις σε ένα ποτάμι με κρύο, αλλά πολύ κρύο νερό.
Και για να σας το κάνω πιο σαφές.
Αν σε αυτή τη χώρα αρχίσεις να μιλάς, όπως μιλούσες στη δικιά σας, μάλλον θα δυσκολευτείς. Τις στιγμές που θεωρείς ότι λες πολλά, αυτά θα είναι λίγα, ενώ, τις στιγμές που θεωρείς ότι λες λίγα, αυτά θα είναι πολλά. Ο τρόπος ζωής είναι κάτι που δεν υπάρχει ως έννοια, γιατί η ζωή είναι κάτι μη σταθερό και επαναλαμβανόμενο. Η ηλικία είναι κάτι που θυμάσαι σπανίως. Όσο αφορά στο πότε θα πεθάνεις, αυτό δεν είναι κάτι τρομακτικό, μιας και εδώ τραγουδάνε ακόμα και το θάνατο και έτσι δεν τον φοβούνται. Ανθρώπους συναντάς όλη την ώρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, αρκεί να έχεις δύο πράγματα: θύμηση και χαμόγελο. Εδώ κυριαρχεί η μουσική. Η μουσική που παίζουν τα πάντα γύρω σου. Τα κλαδιά των δέντρων, όταν χτυπάνε μεταξύ τους, οι χορωδίες από γάτες, σκύλους, κόκκορες και πουλιά. Η μουσική που παίζει ο ουρανός, όταν τα σύννεφα χτυπούν μεταξύ τους. Η μουσική που ακούς στη θάλασσα. Η μουσική που έχουν οι καρποί των δέντρων, αν ακουμπήσεις το αυτί σου πάνω τους. Ό,τι παίζει τέτοια μουσική εδώ είναι ιερό. Και, όπως καταλαβαίνετε, με τόση μουσική, δεν μπορεί να υπάρξει αυτό που εσείς λέτε κοινή ησυχία. Ο χρόνος εδώ δεν έχει καμία εξουσία ούτε σε αυτά που τρώει κανείς. Δεν έχουν αυτά ημερομηνία λήξης στον πάτο της συσκευασίας, μιας και τις περισσότερες φορές δεν έχουν καν συσκευασία, και βρίσκονται παντού. Καλά, θα μου πείτε, δεν υπάρχουν προθεσμίες; Φυσικά και υπάρχουν, ωστόσο υπάρχουν πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα από αυτές για να καθορίζει κανείς τον εαυτό του. Εδώ η δουλειά είναι κάτι που ξεκινά το πρωί και σταματάει μόνο όταν δεν αντέχεις άλλο. Και ξέρετε γιατί; Γιατί κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τη ζωή εδώ. Δεν υπάρχει ανάγκη να σε προσδιορίζει κάποιο παρελθόν ή κάποιο μέλλον, όταν το παρόν είναι τόσο πυκνό. Γι αυτό λέγεται και χώρα του ποτέ ποτέ. Γιατί ποτέ δε χρειάζεται να απαντήσεις σε κάποια ερώτηση που να αρχίζει με τη λέξη "πότε".
Λίγο πριν τελειώσω, θα ήθελα να σας προειδοποιήσω. Τα πράγματα εδώ δεν είναι γενικά ρόδινα, ή γενικά αισιόδοξα. Πριν έρθετε στη χώρα αυτή, θα πρέπει να προετοιμαστείτε. Υπάρχουν πολλοί που, με το που μπήκαν στα παγωμένα νερά, η καρδιά ή και το μυαλό τους σταμάτησε απότομα. Υπάρχουν κάποιοι άλλοι που άκουσαν για τα παγωμένα νερά και, στην προσπάθεια τους να τα αντέξουν, μπήκαν μέσα με τρεις και τέσσερις μπλούζες και με το παλτό μαζί. Υπάρχουν κάποιοι άλλοι που, με το που μπήκαν, άρχισαν να κολυμπούν και να πλατσουρίζουν ανώφελα για να ξαναγυρίσουν στην ακτή. Υπάρχουν άλλοι που τους παρέσυρε το ρεύμα και δεν τους ξαναείδαμε. Υπάρχουν και κάποιοι που χάθηκαν ανάμεσα στις δύο χώρες και δεν τους βρήκε κανείς. Υπάρχουν, τέλος, και κάποιοι που φοβούνται τόσο πολύ το νερό, που είπαν, και ακόμα λένε, τα χειρότερα για τη χώρα αυτή και έγιναν πιστοί υπηρέτες του χρόνου. Κανείς τους δεν έχει καταλάβει ότι η ζέστη που έχει το δικό τους σώμα και κυρίως η καρδιά τους, φτάνει και περισσεύει, όχι μόνο για να αντέξει το κρύο νερό, αλλά και τους γύρω τους.
Γι αυτό, πριν αποφασίσετε να αποδεχτείτε ή να απορρίψετε τη ζωή που ζείτε, πριν αποφασίσετε να αλλάξετε χώρα ή να βρείτε επιχειρήματα για να υπερασπιστείτε τη δικιά σας, να θυμάστε αυτά που σας έγραψα. Όσο αφορά σε μένα, θα φανεί το πότε θα είμαι πάλι σε θέση να σας γράψω.
Σας φιλώ

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Η φωτιά, το λιβάδι, το πηγάδι και ο αγέρας: πώς γεννήθηκαν οι εποχές.



Μια φορά, όταν ο κόσμος ήταν νέος, ζούσε ο Χρόνος.  Ήταν μοναδικός στο είδος του και, έτσι τεράστιος που ήταν, δε χωρούσε σε καμία σπηλιά, όπως έκαναν όλα τα άλλα πλάσματα. Ωστόσο, για να μπορέσουμε σήμερα να τον φανταστούμε κάπως, ας πούμε ότι ο Χρόνος είχε τη μορφή ενός άντρα. Μη μπορώντας να κάνει αλλιώς λοιπόν, γυρνούσε από εδώ και από εκεί και σκέπαζε τα πάντα στο πέρασμά του.

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

"Εδώ να μην ξαναγυρίσεις": Το να προσπαθείς να εφαρμόσεις ορθογραφία εκεί που είναι τελείως απαραίτητη για να μην πάρει η λέξη άλλο νόημα.



"Αυτά που θα διαβάσεις είναι τόσο αληθινά που μιάζουν ψεύτικα. Αν τα βάλης δίπλα-δίπλα με τα σημερινά δεδομένα είναι σαν τη μέρα με τη νύκτα: Είμασταν πολή πίσω σε πολιτισμό, εκπέδευση, βιοτικό επίπεδο, υγεία κ.λ.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Το ποτήρι αν ξεχειλίσει τι θα γίνει τ' αφεντικό;

(αφιερωμένο σε σένα και την πρώτη φορά που σε άκουσα να το τραγουδάς. θυμάσαι;)

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα ποτήρι. Ήταν από τα αγαπημένα ποτήρια του σπιτιού και λίγο έμενε στο νεροχύτη άπλυτο. Συνήθως το έπλεναν αμέσως και το χρησιμοποιούσαν ή το έπλεναν και το έβαζαν στο ντουλάπι για να το ξαναχρησιμοποιήσουν σύντομα. Και ήταν πολύ περήφανο το ποτήρι αυτό γι αυτή την ειδική του μεταχείριση, μιας και όλα τα υπόλοιπα, πιάτα, ποτήρια, φλυτζάνια, πιρούνια, κουτάλια  τα άφηναν άπλυτα μέχρι να χρησιμοποιηθούν όλα και μετά τα έβαζαν σε εκείνο το περίεργο ντουλάπι, που το έλεγαν πλυντήριο πιάτων. Έτσι αυτό συνήθιζε να στέκεται στο ντουλάπι του, συνήθως άκρη άκρη, ώστε να είναι εύκολο να το πάρουν.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει αυτός που δεν εγνώρισε γενιά



Ένα..δύο..τρία..πέντε..δεκαπέντε..δεκαοκτώ...εικοσιέξι...τέλος.
Πάμε πίσω. Εικοσιένα..είκοσι..δεκαεννιά. Δε θυμάμαι τι είναι πριν τα δεκαεννιά. Πάμε πάλι μπροστά. Εικοσιδύο...εικοσιτρία..εικοσιεπτά. Υπάρχει το εικοσιεπτά; Ναι αφού υπήρξε και εικοσιοκτώ μετά από αυτό. Ναι σωστά. Εικοσιεπτά..εικοσιοκτώ. Και τώρα; Εικοσιεννιά; Ε ναι. Και μετά; Τριάντα; Τριάντα;

Αριθμός επισκεπτών