Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

χρειάζεται και να κατέβεις




Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια αυλή με μια παλιά μουριά, ζούσε μια γάτα. Στη μουριά ερχόταν καμιά φορά ένα σπουργίτι.
Η γάτα δεν του έδινε πολλή σημασία. Οι γάτες, σκεφτόταν, δεν κάνουν παρέα με σπουργίτια. Οι γάτες μένουν χαμηλά, τα σπουργίτια πετούν.
Και το σπουργίτι ήξερε πολύ καλά τι λένε τα σπουργίτια για τις γάτες. Γι’ αυτό καθόταν πάντα ψηλά.
Ώσπου ένα πρωί μπήκε στην αυλή ένας μεγάλος σκύλος. Περπατούσε με το κεφάλι ψηλά, σαν να του ανήκαν η αυλή, η μουριά και ίσως κι ο ουρανός από πάνω τους.
Ξαφνικά σταμάτησε και γύρισε προς τα πίσω. Η ουρά του ξέφυγε από την άλλη μεριά.
Ξαναγύρισε.
Η ουρά ξέφυγε πάλι.
Το σπουργίτι έγειρε το κεφάλι.
«Τι κάνει;»
Η γάτα κοίταξε τον σκύλο.
«Νομίζω ότι κυνηγάει αυτόν που τον ακολουθεί.»
«Μα είναι η ουρά του.»
«Μην του το πεις. Φαίνεται πολύ συγκεντρωμένος.»
Ο σκύλος έκανε έναν κύκλο, ύστερα δεύτερο, ύστερα τρίτο, παραπάτησε και έπεσε μέσα σ’ ένα παρτέρι. Έμεινε λίγο ακίνητος. Μετά σηκώθηκε, κοίταξε γύρω του και κάθισε ανάμεσα στα λουλούδια σαν να είχε σχεδιάσει ακριβώς αυτή την κατάληξη.
Το σπουργίτι ξέσπασε στα γέλια.
«Μη γελάς», είπε η γάτα. «Έδωσε μεγάλη μάχη.»
«Με την ουρά του.»
«Και έχασε.»
Για λίγο κοίταζαν κι οι δυο τον σκύλο.
Ύστερα το σπουργίτι γύρισε προς τη γάτα.
«Μη με κοιτάς έτσι.»
«Πώς σε κοιτάω;»
«Σαν γάτα.»
«Είμαι γάτα.»
«Αυτό ακριβώς με ανησυχεί.»
Η γάτα έκλεισε τα μάτια.
«Κι όμως είσαι ακόμα εδώ.»
Το σπουργίτι κοίταξε το κλαδί του.
«Είναι ψηλά.»
«Το ξέρω.»
Την επόμενη μέρα ξαναήρθε.
Και κάπως έτσι έπιασαν κουβέντα.
Το σπουργίτι της μιλούσε για όσα έβλεπε έξω από την αυλή, για μέρη που η γάτα δεν ήξερε, για δρόμους, στέγες και μακρινά σημεία που μόνο εκείνο μπορούσε να φτάσει.
Η γάτα άκουγε.
Στην αρχή εκείνο έμενε ψηλά κι εκείνη κάτω.
Μετά, κάποια μέρα, η γάτα ανέβηκε σ’ ένα χαμηλό κλαδί.
Δεν έγινε τίποτα σπουδαίο.
Το σπουργίτι συνέχισε την ιστορία του κι εκείνη έμεινε να ακούει.
Την άλλη φορά ανέβηκε λίγο περισσότερο.
Και κάπως, χωρίς να το συζητήσουν ποτέ, αυτό έγινε συνήθεια.
Το σπουργίτι διάλεγε ένα κλαδί κι η γάτα ανέβαινε όσο χρειαζόταν για να βρεθούν πιο κοντά. Άλλοτε χαμηλά, άλλοτε λίγο ψηλότερα.
Μέχρι που μια μέρα το σπουργίτι κάθισε πολύ πιο πάνω.
Η γάτα σήκωσε το κεφάλι.
«Εκεί πήγες σήμερα;»
«Από δω βλέπω καλύτερα.»
Η γάτα άρχισε να ανεβαίνει.
Πέρασε το πρώτο κλαδί, μετά το δεύτερο. Ο κορμός γινόταν πιο στενός και τα κλαδιά πιο λεπτά.
Το σπουργίτι την κοίταζε.
«Έρχεσαι;»
«Έρχομαι.»
Η γάτα ανέβηκε λίγο ακόμη.
Ένα κλαδί λύγισε κάτω από το βάρος της.
Σταμάτησε.
Ήταν πιο ψηλά απ’ όσο συνήθιζε.
Το σπουργίτι την κοίταξε για λίγο.
«Ωραία θα ήταν να μπορούσες να πετάς κι εσύ.»
Η γάτα κοίταξε κάτω.
«Γιατί;»
«Δεν θα χρειαζόταν να σκαρφαλώνεις κάθε φορά.»
Η γάτα δεν απάντησε.
Έμεινε εκεί, με τα νύχια της χωμένα στον κορμό.
Το σπουργίτι τίναξε τα φτερά του.
«Και θα μπορούσες να πας όπου θέλεις.»
Πέταξε από το κλαδί και ανέβηκε πάνω από τη μουριά.
Έκανε έναν κύκλο.
«Βλέπεις;»
Η γάτα το κοίταξε.
«Βλέπω.»
Το σπουργίτι ανέβηκε λίγο ακόμη.
«Εδώ δεν μπορείς.»
Η γάτα έμεινε πάνω στο λεπτό κλαδί.
«Όχι.»
«Εγώ μπορώ.»
Και πέταξε πέρα από τις στέγες.
Για λίγο η γάτα δεν κουνήθηκε.
Το κλαδί λύγισε ξανά.
Κοίταξε κάτω.
Ύστερα άρχισε να κατεβαίνει.
Αργά αυτή τη φορά.
Όταν έφτασε στο πεζούλι, ξάπλωσε στον ήλιο.
Την επόμενη μέρα το σπουργίτι δεν ήρθε.
Ούτε την άλλη.
Πέρασαν μέρες.
Στην αρχή η γάτα κοίταζε πότε πότε προς τη μουριά.
Μετά λιγότερο.
Ώσπου κάποια στιγμή τα κλαδιά έπαψαν να σημαίνουν ότι κάποιος μπορεί να φανεί πάνω τους.
Ένα απόγευμα άκουσε ξανά το γνώριμο φτερούγισμα.
Το σπουργίτι είχε επιστρέψει.
Καθόταν σ’ ένα από τα κλαδιά όπου συνήθιζαν παλιά να συναντιούνται.
«Γεια», είπε.
Η γάτα σήκωσε το κεφάλι.
«Γεια.»
Έμειναν λίγο σιωπηλά.
Το σπουργίτι κοίταξε προς τις στέγες.
«Φαίνεται ακόμα η θάλασσα από την κεραία.»
Η γάτα χαμογέλασε λίγο.
«Ωραία.»
Το σπουργίτι περίμενε.
Η γάτα δεν σηκώθηκε.
«Δεν ανεβαίνεις;»
Η γάτα κοίταξε τη μουριά.
Για μια στιγμή το βλέμμα της πέρασε από τα χαμηλά κλαδιά, έφτασε ως εκείνο το λεπτό κλαδί ψηλά και γύρισε πάλι στο σπουργίτι.
«Όχι.»
Ξάπλωσε ξανά.
Το σπουργίτι έμεινε στο κλαδί.
Κοίταξε κάτω.
Ύστερα πιο ψηλά.
Κοίταξε για λίγο τα φτερά του.
Και ξανά τη γάτα.
Και κάπως έτσι κατάλαβαν ότι δεν έχει σημασία πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις· κάποιες φορές, για να συναντηθείς, χρειάζεται και να κατέβεις.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου