επισκέψεις

αρχείο

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011


Τα πόδια της γιαγιάς μου - Διήγημα της Κικής Κοκοτά
Βράδιαζε μες στην γλύκα του Ταύγετου που υψώνονταν γεμάτος μυστικούς ψιθύρους, όταν ο θείος μου ο Δημήτρης βγήκε στην ταράτσα. Βαρέθηκε το βραδυνό Εσπερινό, το Αμπελάκι φιλοξενούσε αρκετό κόσμο, ήταν οι καλόγριες, κάποιοι περαστικοί και καμιά δεκαριά εργάτες από τα γύρω χωριά πού εφτιαχναν το καινούργιο καμπαναριό εκείνον τον καιρό. Παρακολουθούσαν με συγκίνηση σχεδόν την λειτουργία, ο βράχος που είχε γίνει τοίχος της εκκλησίας έσταζε την δροσιά του. Που και που έβαζε μια γριούλα το δάκτυλό της και έπαιρνε με λαχτάρα μια σταγονίτσα ευλογημένο νερό, σαν νά'τανε ανάμνηση της νιότης. Ο θείος μου ο Δημήτρης, φρεσκοερωτευμένος με μια Ελένη προτίμησε να μετρήσει τα αστέρια. Σταματούσε να μετράει όταν δεν τον έφταναν οι αριθμοί που ήξερε, ή όταν σκεφτόταν το χαμόγελό της, ή και τα δυο, ποιά η διαφορά άλλωστε, όταν κάποια στιγμή αναβόσβησε ένα φωτάκι στον ουρανό.
Ήταν ένα μικρό σημαδάκι, σαν αυταπάτη του φάνηκε, ήρθε στο μυαλό του ο Σπούτνικ, και οι Ρώσσοι, και το σκυλί που έστειλαν εκεί ψηλά. Τα είχε ακούσει τον Νοέμβρη στο Ραδιόφωνο στην Μεγαλόπολη. Αναστέναξε σαν με δέος, τι τον ένοιαζαν τώρα όλα αυτά, ήταν τόσο φωτεινή η νύχτα, τόσο σκοτεινός ο Ταύγετος και τόσο μα τόσο γλυκά τα μάτια της... Άρχισε να φωνάζει "Η Λάικα, η Λάικα, παιδιαααά τρέξτε η Λάικα εκεί πάνω!" Στάθηκε στην άκρη της ταράτσας και κοιτούσε δείχνοντας ένα σημείο κάπου πάνω απο το κεφάλι του, με εκστατικό τάχα τρόπο, όπως καλή ώρα ο βοσκός που'χε δει το όραμα της Παναγίας στην Κακή Ράχη. Καλόγριες, εργάτες, πιστοί, γριούλες και παππούδες, όλοι έτρεξαν στην ταράτσα, έγινε σαματάς, "πού καλέ, πού;", "Ποιά Λάικα τσιόνιμ;", "Στο διάστημα γιαγιά, στον ουρανό, ο πύραυλος!". Αφού κατάλαβε και ο παππάς πως δεν τον παρακολουθεί κανένας, σταμάτησε την λειτουργία και στάθηκε και αυτός, σε αξιοπρεπή βέβαια απόσταση από το μπουλούκι να κοιτάζει τον ουρανό.
Δεν έβλεπε όμως τίποτα το ιδιαίτερο, όλα ήταν όπως τα είχε προβλέψει ο Δημιουργός γιαυτό και έστρεψε το βλέμα του προς τον θείο μου που χτυπιόταν στα γέλια. Όσοι δεν γέλασαν εκείνο το βράδυ κούνησαν το κεφάλι τους αποδοκιμαστικά, το πειραχτήρι διώχτηκε απο το μοναστήρι χάνοντας την δουλειά του και παραλίγο να τον αφόριζαν, αλλά τι έχασε αυτός που κέρδισε μια όμορφη ιστορία για την Ελένη....Μετά από μερικούς μήνες ξενιτεύτηκε στην Γερμανία...
Φάνταζαν τεράστια τα πόδια της, χοντρά και πάντα ξυπόλυτα, ακουμπούσαν στη γη και την έκαναν δικιά τους. Ξυπόλητη είχε πατήσει τον σκορπιό που με τσίμπισε, ξυπόλητη κατέβαινε τα πέντε σκαλιά του σπιτιού να με φωνάξει. Επί χρόνια δεν μπορούσα να καταλάβω την ειρωνία στην φωνή της μαμάς μου όταν έλεγε "σαν την γιαγιά σου περπατάς!" Πως μπορούσε να θεωρεί κάτι τόσο όμορφο, ψεγάδι. Τα χέρια της γήινα σαν τα πόδια της, ό,τι έπιαναν το έκαναν ψωμί και ζωή. ΄Ηταν η μαμή του χωριού, τότε που πίστευαν ακόμα ότι τα παιδιά είναι η υπόσχεση του θεού για μια καλύτερη ζωή. Ανάλογα της υπόσχεσης ήταν και τα φιλοδωρήματα που έπαιρνε η γιαγιά μου ειδικά όταν το παιδί που γεννιόταν ήταν όντως "παιδί.", τόσο που ακόμα και στα χρόνια της πείνας και του υποσιτισμού να διατηρεί την δελεαστική για την εποχή αφρατάδα της. Η γιαγιά μου η Βασίλω. Ζήμωνε στην σκάφη το ζυμάρι και στεκόμουν δίπλα της, μέσα στις μυρωδιές από την ζύμη, το κοτέτσι κάτω ακριβώς από τα πόδια μας και την βαριά της αναπνοή να με κάνει να πιστεύω ότι το να φτιάχνεις ψωμί είναι η πιο σκληρή δουλειά του κόσμου.
Την είχαν παντρέψει στα Σπανέικα, η καταγωγή της ήταν από τα Μπουζιανέικα, το χωριό πίσω από το βουνό. Παράξενο, σκεφτόμουν πάντα, όλα τα συνοικέσια γίνονταν με γυναίκες από σχετικά απομακρυσμένα χωριά και όχι από τα κοντινά, όπως του Λογκανίκου στην Λακωνία ή την Πετρίνα. Ειδικά με του Λογανίκου συνδέονταν οι Σπανέοι με πανάρχαιο μίσος, ποιός ξέρει αν είχαν βάλει οι Λακεδαίμονες το χέρι τους.τότε ή αν απλά έπρεπε να μοιράζονται τα βοσκοτόπια και δεν μπορούσαν να συνεννόηθουν. Συνέπεια ήταν επί δεκαετίες να μαλώνουν, να σκοτώνονται τα δυο χωριά, τελευταία για το σε ποια ενορία ανοίκει το Αμπελάκι. Όντως, το Αμπελάκι είναι λόγος. Η θεά και μόνο με έκανε ανέκαθεν να πιστευω ότι μόνο εδώ μπορεις να νιώσεις την εξαγνισμένη ομορφιά της μοναξιάς, την μοναξιά που μόνο οι καλόγριες ερωτεύονται με πάθος, την μοναξιά που υπομένουν τα σκυλιά πριν ακόμα χτυπήσουν οι καμπάνες. Την έχθρα την καταλάγιασε τελικά δικαστική απόφαση και η μετανάστευση. Το Αμπελάκι άνηκε πια στους Σπανέους και αυτοί το εγκατέλειπαν χωρίς ενδοιασμούς. Αυτοί που έμειναν τελικά ζούσαν με τα γράμματα και τα χρήματα των παιδιών τους που σιγά σιγά ξεχνούσαν τους λόγους της φυγής τους, ξεχνούσαν τα όνειρά τους κάτω απο τα κυπαρρίσια, ξεχνούσαν ποιοι ήταν και γίνονταν απλά κάποιοι άγνωστοι καλοκαιρινοί επισκέπτες γεμάτοι προβλήματα μιας μοντέρνας πια ζωής.
Στάθηκα τυχερή. Έμεινα μικρούλα στο χωριό με τη γιαγιά ενώ εξαντλούσαν οι γονείς μου τα όνειρα και τις ελπίδες τους πολύ πιο βόρεια. Τα ζωντανά, γαϊδουράκια και κοτούλες, έδιναν στον παιδικό μου ύπνο σύνθημα να φύγει, η μέρα μου ξυπνούσε με ένα ποτήρι γιδίσιο γάλα. Εκεί που άρχιζα βέβαια να νιώθω σαν την Χάιντι ευτυχισμένη στο βουνό, έσφαζε κάποιος παππούς κανά αρνάκι, κανά γουρουνάκι, πετούσε στο ρέμα κάποια γιαγιά κανά άρρωστο γατάκι και γούρλωνα τα μάτια μου φωνάζοντας για την μαμά μου. Έτσι είχε γουρλώσει και αυτή τα μάτια της όταν πρώτη φορά στο χωριό η γιαγιά μου με έφτυσε στο στόμα! Να μου μοιάσει το παιδί, είπε. Αγροίκοι Αρκαδιώτες, σκέφτηκε η μάνα μου. Σαν την Βασίλω τη συγχωρεμένη, επιμένουν να λένε μέχρι σήμερα οι γνωστοί όταν με βλέπουν. Εμένα μου έμειναν τα μαλλιά της όταν τα έλυνε το βράδυ πριν κοιμηθεί, μέχρι την μέση, έλαμπαν καστανά και γρίζα, τα χτένιζε και με νανούριζε με άγνωστες μελωδίες και λόγια που έχω ξεχάσει προ πολλού. Ερχόταν με τα βαριά της βήματα και άπλωνα την τελευταία παιδική μου σκέψη μπροστά στα ξυπόλυτά της πόδια..
Κάποτε, πριν χιλιάδες χρόνια, όταν η γιαγιά μου ήταν ακόμα νέα, είχε μια γνωστή από το διπλανό χωριό, την Διονυσούλα. Η Διονυσούλα, μελαχροινή, κοντούλα και ήσυχη εξαφανιζόταν κάθε βράδυ με πανσέληνο στο βουνό, με ένα βλέμα σαν σε όνειρο και ένα χαμόγελο όλο προσδοκία. Μια και δυό, κάποια στιγμη την πήραν χαμπαρι τα αδέρφια της, τρια αδέρφια δυο μέτρα αντρες, και την ακολούθησαν με πρόθεση ή να την παντρέψουν με αυτόν που θα την τσακώσουν ή να τους σκοτώσουν και τους δυό δημιουργώντας άλλον έναν θρύλο αποτυχημένου έρωτα. Ανάμεσα στην Ποταμιά και στην Μεμή, σε ένα μέρος που ονομάζεται Άγιος Σώζοντας σταμάτησε η Διονυσούλα και βάλθηκε να κοιτάζει μια τρύπα στο έδαφος με τόση ένταση που τα αδέρφια της φοβήθηκαν.
Μετά ξαφνικά γέλασε, σαν να χάρηκε που είδε κάποιον αγαπημένο άνθρωπο και άρχισε να χορεύει. Στην αρχή σιγά, μετά έξαλλη σε ρυθμούς και φωνές που μόνο αυτή άκουγε και αργότερα κουρασμένη έμεινε να κοιτάζει και πάλι την τρύπα. Κατά το χάραμα σηκώθηκε και γύρισε σπίτι της. Τα αδέρφια της θορυβήθηκαν, ανησύχησαν, η αδερφούλα τους κάτι είχει, κάτι δεν πήγαινε καλά, πήγαν στους παππάδες, την διάβασαν, πήγαν στην Τρίπολη στον γιατρό και τους είπε ότι απλά υπνοβατεί. Τελικά την ρώτησαν, "Διονυσούλα, τι κάνεις εκεί στην τρύπα όταν πηγαίνεις;"," Χορεύω με τις κοπέλες...", τους είπε χαμογελώντας αυτή. Την ακολούθησαν άλλη μια νύχτα, το φεγγάρι τους έπειθε ότι αυτή η ιστορία έπρεπε να τελειώσει και όταν άρχισε πάλι να χορεύει την κούνησαν για να ξυπνήσει... Πέθανε επιτόπου. Μετά από χρόνια ο πατέρας μου διαβάζοντας τις περιηγήσεις του Παυσανία, βρήκε την τρύπα εκείνη και την Διονυσούλα να χορεύει γύρω από αυτήν, με τον Πάνα και τις Νύμφες..
Ο Ταύγετος υψώνεται τις νύχτες σαν εμπόδιο μπροστά στην πραγματικότητα και αφήνει το μυστήριο να καταλάβει τις αισθήσεις, τις κουρασμένες απο την μέρα, να τις κάνει όνειρο ή και εφιάλτη, παραμύθι για τα παιδιά που επιμένουν να τρέχουν στα σοκάκια. Έτσι ξεκινούσαν οι εξιστορήσεις στο καφενεδάκι του μπαρμπα-Μήτσου, οι ιστορίες για το λιάρο Βόδι που κυκλοφορεί κοντά στο πηγάδι και τρομάζει τους ξενύχτιδες. Υπήρχε, λέει, και ένα φίδι κοντά στο Καμποχώρι που έτρωγε τις γίδες ολόκληρες. Οι βοσκοί της περιοχής δεινοπαθούσαν, έχαναν τα ζώα τους, την ηρεμία τους. Πολλοί κατά καιρούς του έστηναν καρτέρι αλλά κανένας δεν είχε καταφέρει να το σκοτώσει. Έφευγε, ξεγλυστρούσε σαν ντροπή ή σαν φόβος σε μέρη ανήλιαγα, βαθιά μέσα στον κόσμο του.
Μαζεύτηκαν οι βοσκοί, κάθησαν και ήπιαν ένα βαρέλι κρασί για να αποφασίσουν ότι πρέπει να απευθυνθούν σε ανώτερη δύναμη απο την ανθρώπινη, στον Δεσπότη. Αυτός όρισε μια μέρα, μια Κυριακή, στην οποία δεν θα έπρεπε να πατήσει κανένας το πόδι του στο μέρος εκείνο. Έπεσε την συγεκριμένη Κυριακή κεραυνός και σκότωσε το φίδι. Τόσο απλά. Τόσο αποτελεσματικά. Εμείς τα παιδιά που κρυφακούγαμε πίσω από τις κάσες κόκα-κόλας, κοκαλώναμε σαν το φίδι στον ύστατό του φόβο. Πού να πάμε μετά σπίτι! Και αν περνούσε το λιάρο Βόδι, το φίδι δε που έτρωγε τα γίδια ολόκληρα; Ακόμα και οι συκιές στον δρόμο είχαν μετά από αυτό κάτι απειλητικό.
Κάναμε λοιπόν τα δικά μας "Επιστρόφια". Συνοδεύαμε όλοι μαζί τα παιδιά στα πιο απομακρυσμένα σπίτια τους. Φτάνοντας όμως εκεί δεν τολμούσαμε οι υπόλοιποι να γυρίσουμε αποδεκατισμένοι στο χωριό οπότε πηγαίναμε όλοι μαζί πάλι πίσω στο καφενεδάκι ξεσηκώνοντας τους μπαμπάδες να μας πάνε για ύπνο. Σε έναν θρυλικό γάμο μεταξύ ενός Σπανέου και μιας Καμαριώτισσας τα Επιστρόφια κράτησαν δεκαπέντε μέρες. Πήγαιναν οι συγγενείς από την Καμάρα στα Σπανείκα, μεθούσαν, τους πήγαιναν οι Σπανέοι στην Καμάρα. Μεθούσαν οι Σπανέοι στην Καμάρα, τους πήγαιναν οι Καμαριώτες στα Σπανέικα, δεκαπέντε μέρες γιορτή. Κάτι σαν την ζωή την ίδια...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου