επισκέψεις

αρχείο

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Η δακτυλογράφος το πήρε είδηση πρώτη.
     -  Χιόνι ! Χιόνι ! φώναξε.
Παράτησε στη στιγμή, μισογραμμένο, το «εξαιρετικώς επείγον» έγγραφο που είχε στη μηχανή της, κι έτρεξε στο παράθυρο. To άνοιξε διάπλατο κι άπλωσε το χέ­ρι της να πιάσει χιόνι.
Παρατήσανε κι οι άλλοι τη δουλειά τους και πήγανε μπροστά στο παράθυρο. Έτσι , ήτανε τώρα εκεί τρεις άντρες και δύο κοπέλες, δηλαδή όλο το προσωπικό του γραφείου εκτός από αυτόν πού δεν το κούνησε από την καρέκλα του, στη γωνιά.
Κάνανε χάζι το χιόνι πού έπεφτε ολοένα και πυκνό­τερο. Ήταν το πρώτο χιόνι αυτόν το χειμώνα.
     - Ως το βράδυ θα το στρώσει για καλά, είπε ό πρωτοκολλητής, πού είχε χοντρό σβέρκο.
    -  Δε λες ως το μεσημέρι, είπε ένας άλλος. Είναι ακόμα εννιάμισι.
Καί μονάχα αυτός δεν τούς εΐχε ακολουθήσει. Κοίταξε για λίγο το χιόνι που έπεφτε, άναψε τσιγάρο και ξανάσκυψε στα έγγραφά του.
Μά ή δακτυλογράφος δέν τόν άφησε ήσυχο. Πήγε  καί στάθηκε μπροστά του.
    - Έλάτε λοιπόν καί σεις νά δείτε πού χιονίζει ! του είπε. Καλέ τι άνθρωπος είσαστε σεις ! Έννοια σας και το ξέρω εγώ τί σάς συμβαίνει: αγαπάτε τη μοναξιά !
Tov πήρε από το χέρι και τον πήγε στο παράθυρο. Ήτανε τώρα μαζί με τούς άλλους.
Άξαφνα, άνοιξε ή πόρτα του γραφείου, και το φαλα­κρό κεφάλι του κλητήρα φάνηκε.
      - Ό Προσωπάρχης ! φώναξε.
Τσακίστηκαν όλοι να πάνε στις θέσεις τους. Κάνανε μάλιστα πώς ήτανε απορροφημένοι από τη δουλειά τους. Ό πρωτοκολλητής είχε φτιάξει μια μπάλα με το χιόνι, στη βιασύνη του την πήρε μαζί του, δεν ήξερε τί να την κάνει, την έβαλε στην τσέπη του, κι αύτη άρχισε να λιώ­νει σιγά σιγά.
Στις 8 έφυγε από το γραφείο και βγήκε στους χιονι­σμένους δρόμους. To είχε στ' αλήθεια στρώσει για καλά ως το μεσημέρι. To απόγεμα σταμάτησε να χιονίζει.
Ή πόλη ήτανε τώρα αλλιώτικη.
Από το πρωί πού ή δακτυλογράφος του είχε πει «Έννοια σας και το ξέρω εγώ τί σάς συμβαίνει: αγαπάτε τη μοναξιά !» είχε μια ταραχή μέσα του. 'H κοπέλα εί­χε αγγίξει το ευαίσθητο του σημείο.
Σκέφτηκε να της πει να καθίσουνε κάπου, ύστερα από την απογευματινή εργασία. Ήθελε να της μιλήσει.
Τη σταμάτησε την ώρα πού έφευγε, στη σκάλα.
      - Έχετε μια κλωστή στο παλτό σας, της είπε.
Δεν μπόρεσε να της πει πώς ήθελε να της μιλήσει.
Τώρα, μόνος μέσα στη νύχτα, βάδιζε άσκοπα. Πέ­ρασε από τις λεωφόρους, όπου ή κίνηση ήτανε μεγάλη και οι φωτεινές επιγραφές, πολύχρωμες, κάνανε κόντρα- στο στο χιόνι πού ήτανε παντού γύρω.
Μπήκε μέσα στο πλήθος πού κυκλοφορούσε πολύβουο.
Ένιωθε μοναξιά. Έτσι και το πρωί, και όταν ήτανε στη γωνιά του, και όταν τον πήγε ή δακτυλογράφος μπρο­στά στο παράθυρο μαζί με τους άλλους, το ίδιο μόνος ένιωθε.
Ή μοναξιά ήτανε στο βάθος του εαυτού του.
To ήξερε βέβαια πώς οι άλλοι τον θεωρούσανε παρά­ξενο, κλεισμένο στον εαυτό του, άνθρωπο πού αγαπάει τη μοναξιά, όπως του είπε ή δακτυλογράφος. Του είχανε ξαναπεί ανάλογες κουβέντες. Μα τα λόγια της κοπέλας τον είχανε ταράξει. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί του είχανε κάνει αυτήν την ξεχωριστή αίσθηση. Όμως, παρ' όλο πού βασανίστηκε πολύ εκείνη τη μέρα και ήθελε να της μιλήσει, την τελευταία στιγμή άλλαξε κουβέντα και της είπε πώς είχε μια κλωστή στο παλτό της. Δεν του είχε συμβεί αυτό για πρώτη φορά: να σταματάει την τελευταία στιγμή εκεί πού πήγαινε ν' ανοίξει την καρδιά του σ' έναν άλλον.
Ή ώρα περνούσε κι αυτός συνέχιζε την περιπλάνησή του.
Να μπορούσε να της μιλήσει ! Να μπορούσε να μιλή­σει σ' έναν οποιονδήποτε άνθρωπο ! Να του ανοίξει την καρδιά του ! Να του πει τί του συμβαίνει.
- Έννοια σας και το ξέρω εγώ τι σας συμβαίνει: αγαπάτε τη μοναξιά !
Είχε κάνει λάθος κι αύτη, όπως και οι άλλοι πού είχανε ως τότε σκεφτεί γι' αυτόν με τον ίδιο τρόπο. Αυτό πού του συνέβαινε δεν ήτανε πώς αγαπούσε τη μονα­ξιά. 'Ίσια ίσια, τη μισούσε τη μοναξιά ! Ήθελε να 'ναι κοντά στους ανθρώπους, δίπλα τους, να σκύψει πάνω στην αγωνία τους, να κάνει το χρέος του στους βασανισμένους ανθρώπους του καιρού του. Μα ήτανε κάτι πού τον εμπόδιζε.
Βέβαια, αν κατάφερνε ν' ανοίξει την καρδιά του σ' έναν άνθρωπο, δε θα μπορούσε να βάλει τάξη σε όσα θα του έλεγε. Είχε μια σύγχυση μέσα του. Ήταν φυσικό τούτο, γιατί είχε κοιτάξει τη ζωή γύρω του, τον κόσμο. Και ή σύγχυση ή δική τους μεταδόθηκε σ' αυτόν. Μή­πως ή ζωή μας, ο κόσμος μας, αυτά τα χρόνια ύστερα από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, δεν είναι σε σύγχυση ;
Είχε σκεφτεί πάνω στη ζωή. Γύρεψε να δει την αλήθεια. To αληθινό πρόσωπο της ζωής. Και είδε ! Μα τότε ανακάλυψε πώς είχε μείνει μόνος. Είχε μπει στην περιοχή μιας εσωτερικής μοναξιάς. Ήθελε να βγει από τη μοναξιά του, τη μισούσε. Δεν έχουμε το δικαίωμα, σκεφτότανε, να μένουμε μόνοι στον καιρό πού ζούμε. Oι άνθρωποι μας περιμένουν, μάς αναζητάνε! Kι αν δεν μπορούμε να τους κάνουμε ευτυχισμένους, μπορούμε ωστό­σο να τους ανοίξουμε την καρδιά μας και να τούς πούμε πως αύτη η ζωή δε μας αφήνει να ησυχάσουμε, πώς είμαστε κοντά τους, δίπλα τους, μέτοχοι κι εμείς στην κοινή αγωνία.
Θα ήτανε περίπου 11 πού μπήκε σ'ένα μπαρ. Ένα κακοφωτισμένο, μακρόστενο μπαρ, υγρό. Στους τοίχους, παλιές ξεθωριασμένες ρεκλάμες ποτών κλπ.
Παράγγειλε κονιάκ. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι άλλο. 'Αδύνατον ! Οι ίδιες σκέψεις γυρίζανε στο μυαλό του. Ήτανε δέσμιός τους κι εκείνη τη νύχτα, όπως και μια μεγάλη σειρά νύχτες τον τελευταίο καιρό.
Στο μπαρ είχε ησυχία. Λιγοστοί πελάτες. Παράγγει­λε δεύτερο κονιάκ.
Όταν έφυγε, ήτανε περασμένα μεσάνυχτα.
Δεν τράβηξε για το σπίτι του. 'Εξακολούθησε την περιπλάνησή του στους χιονισμένους δρόμους. Σιγά σι­γά, απομακρύνθηκε από το κέντρο και μπήκε σε άλλες περιοχές.
Είχε σκεφτεί πάνω στη ζωή. Είχε σκύψει πάνω στη ζωή, έτσι σα να είχε σκύψει πάνω σε μια βαθιά άβυσσο, και τότε είδε φοβερά πράγματα, ύστερα δεν μπορούσε να μιλήσει, ή φωνή του είχε παγώσει.
Ποτέ άλλοτε, σκέφτηκε, οι στέγες των σπιτιών μας δεν ήτανε τόσο κοντά η μια στην άλλη οσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές μας δεν ήτανε τόσο μακριά η μια από την άλλη όσο είναι σήμερα. Ή μοναξιά πού ένιωθε δεν ήτανε μια ατομική περίπτωση. Ένιωθε πώς είναι η μοίρα του σημερινού ανθρώπου. Ποτέ άλλοτε όσο σήμερα δεν ήτανε τόσο βαθιά ή μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στον άνθρωπο !
Ήταν τώρα στη βιομηχανική περιοχή. Οι όγκοι των εργοστασίων δεσπόζανε εκεί. Γύρω, ερημιά. Πιο κάτω ήταν οι γειτονιές πού μένανε οι εργάτες.
To πιέζανε αυτά πού είχε μες στο στήθος του, τα ερωτηματικά, οι ανησυχίες, ή αγωνία . . ."Α, να μπορούσε ν' ανοίξει την καρδιά του !
Αν μπορούσε να προσευχηθεί, αν πίστευε σε κάτι πυρ' από τ' ανθρώπινα, θα ζητούσε τούτο μονάχα: να μπο­ρέσει ν' ανοίξει την καρδιά του !
Ένα κύμα είχε στο στήθος του. Τον πίεζε. Ζητούσε διέξοδο.
Περνώντας τη γωνιά ενός εργοστασίου, είδε άριστερα του, πολύ κοντά στον τοίχο, μια σκιά. Σταμάτησε επιτόπου. Ό φόβος τον κυρίεψε. Ήταν εκεί, μερικά μέ­τρα μακριά του, ένας άνθρωπος, με μια ρεμπούμπλικα στο κεφάλι του, ακίνητος, και τον κοίταζε. Ή νύχτα ήτανε σκοτεινή. Κι ερημιά. Μα ό φόβος του βάσταξε μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Πήγε κοντά στον άγνωστο, πού ήτανε ολομόναχος μέσα στη νύχτα σαν κι αυτόν, τον ένιωσε κοντά του, πολύ κοντά του, το κύμα στο στήθος του πίεζε, πίεζε, κάτι έσπασε μέσα του, τέλος λυτρώθηκε κι άνοιξε την καρδιά του σ' αυτόν τον άγνωστο, πού ποιός ξέρει ποιά παιδικά χέρια τον έχανε στήσει εκεί, άνοιξε την καρδιά του σ' αυτόν το χιονάνθρωπο.

2 σχόλια:

  1. Περιμένω πάντα...τα όμορφα λόγια σου...καλώς γύρισες!...
    Καλά να περνάς! με δικαίωμα στη μοναξιά...και τη συντροφικότητα...
    Φιλί! καλοκαιρινό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ ωραία ανάρτηση, πολύ ωραίος ο συνδυασμός κειμένου τραγουδουδιού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή