δημοσιεύτηκαν πρόσφατα

επισκέψεις

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011
[Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς,
νυφίτσες, αλεπούδες,
μια λίμνη ως κόρην οφθαλμού και κάστρα πατημένα.
Θά 'ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό, γυάλινα και μαλαματένια.
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα τα μπακίρια να βελάζουν.... ]



Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια,
κάποιος περπάτησε μόνος,
δεν ξέρω πόσα λασπωμένα χιλιόμετρα.
Κάποιος περπάτησε μόνος...

Νύχτα και συννεφιά, χωρίς άστρα
πήγαινε το δρόμο δρόμο.

Ξημερώματα, μπήκε στα Γιάννενα.
Στο πρώτο χάνι έφαγε και κοιμήθηκε τρία μερόνυχτα.
Ξύπνησε απ’ το χιόνι που έπεφτε μαλακά.
Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα.
Και άκουγε τα κλαρίνα.
Πότε θαμπά και πότε δίπλα του.
Πότε θαμπά...
και πότε δίπλα του.
Όπως τα 'φερνε ο άνεμος!

Αχ...
Και άκουσε μετά τη φωνή πεντακάθαρη.
Από κάπου κοντά την άκουσε.
Σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν τη γυναίκα.
Κι ούτε καυγάς, ούτε τίποτα άλλο.
Χιόνιζε...
Όλη νύχτα στα Γιάννενα χιόνιζε.

Ξημερώματα, πλήρωσε ό,τι χρωστούσε και γύριζε στο χωριό του.
Στα πενήντα του θα 'τανε.
Με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες.
Χήρος τέσσερα χρόνια.
Στα πενήντα του θα 'τανε.

Χήρος τέσσερα χρόνια.
Με τη μαύρη κάπα στις πλάτες.
Αχ, το τι χιόνι σήκωσαν.
Τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες.
Κανένας δε το 'μαθε...
Κανένας δε το 'μαθε...
Κανένας!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου