επισκέψεις

αρχείο

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Γύρισε την πλάτη του και άρχισε να περπατάει. Το μυαλό του πονούσε. Ένιωθε λες και δύο σφυριά χτυπούσαν πάνω από τα  αυτιά του. Είχε βρεθεί ξαφνικά μονάχος. Όχι ακριβώς μονάχος, είχε παρέα και τα δύο σφυριά.

Όμως το τοπίο μπροστά του, παρά το κρύο και το σκοτάδι, δεν του ήταν άγνωστο. Τα βήματα του έδειχναν αυτόματα το δρόμο, σαν τις μπάρες στα πεζοδρόμια που βάζουν για να μη χάνουν το δρόμο οι τυφλοί. Έτσι και αυτός τώρα, τυφλός στην πραγματικότητα και χωρίς μπάρες στο πεζοδρόμιο, περπατούσε. Και μιας και μιλήσαμε για πεζοδρόμια, το συγκεκριμένο ούτε μπάρες είχε, ούτε πεζοδρόμιο ήταν, μόνο ήταν ένας απέραντος πεζόδρομος, που η θάλασσα και η υγρασία τον έκαναν να γυαλίζει όπου το φως από τις λάμπες έπεφτε πάνω.
Στα πρώτα του βήματα έδειχνε να παραπατάει. "Είσαι καλά φίλε;", τον είχε ρωτήσει κάποιος πριν λίγες στιγμές. Όμως αυτός πέρα από την όραση, μάλλον είχε χάσει και τη θύμησή του. Και αυτό, όχι γιατί δε θυμόταν ποιος ήταν αυτός  που τον είχε ρωτήσει, αλλά ούτε και γιατί στην πραγματικότητα είχε πιει λίγο παραπάνω.
Αλλά ας αφήσουμε αυτόν λίγο στην άκρη.
Οι γιορτές, ο χειμώνας και η υγρασία είχαν κλείσει τα περισσότερα μαγαζιά στον πεζόδρομο και τους ανθρώπους στα σπίτια τους εκείνο το βράδυ. Ήταν ζήτημα αν θα έβρισκε έναν άνθρωπο σε όλη αυτή τη διαδρομή που θα έκανε, όχι ότι θα του έδινε και πολλή σημασία βέβαια. Τα δύο με τρία μαγαζιά που έμεναν ανοιχτά, είτε μόνα τους είτε σε ομάδες , βρίσκονταν σε μέρη που δεν τους έπιανε η υγρασία, το κρύο και ο αέρας. Ωστόσο, μέσα στην ησυχία της νύχτας, η μουσική και η φασαρία από τα τραπέζια ακούγονταν δυνατά για όποιον άκουγε προσεκτικά, λες και οι πελάτες διάλεγαν προορισμό με βάση την ένταση. Λες και δεν έβλεπαν, μόνο άκουγαν.
Ίσως τελικά να υπήρχαν και άλλοι τυφλοί σε αυτά τα τραπέζια.
Μετά τα πρώτα παραπατήματα, το βήμα έγινε πιο μεθοδικό. Προσπάθησε να ξεφύγει από τα σφυριά. Ήθελε να ξεφύγει από αυτόν τον πόνο. Ένιωθε τα χτυπήματα να λιγοστεύουν όσο επιτάχυνε. Ανακουφιζόταν σιγά σιγά. Περπάτησε πιο αργά ξαφνικά και σχεδόν φρέναρε. Κοίταξε λίγο γύρω του. Άρχισε να αναρωτιέται ξανά που βρίσκεται, πού ήταν πιο πριν και κυρίως πού πήγαινε. Όπως σε όλες αυτές τις στιγμές, έκανε να στρίψει ένα τσιγάρο. Δε σταμάτησε να περπατάει, έστριβε παράλληλα. Η φωτιά του αναπτήρα άστραψε και κάπως σαν να τον ξύπνησε.  Κοίταξε γύρω του. Είχε φτάσει στην πραγματικότητα κιόλας στη μέση. Κι όμως του φαίνονταν όλα τόσο μακριά, λες και απομακρύνονταν από αυτόν όσο τα πλησίαζε.
Ένιωθε πολύ μικρός μέσα σε όλο αυτό. Πολλά πράγματα να γίνονται γύρω του. Αυτός στη μέση. Όμως δεν ένιωθε καμία απελπισία. Δε θυμόταν να υπάρχει κάποιος λόγος γι αυτό. Ένιωθε λες και δεν ήταν ακριβώς ο εαυτός του, λες και έπαιζε το ρόλο του σε όλο αυτό. Δε μπορούσε να το εξηγήσει ακριβώς, δε μπορούσε να θυμηθεί τι είχε γίνει πριν αρχίσει να περπατάει.
Ίσως να μην ήθελε να θυμηθεί τελικά.
Πέρασε από το πρώτο μαγαζί. Η παρέα του είχε αλλάξει τώρα. Τα σφυριά είχαν δώσει τη θέση τους στον πονοκέφαλο καθώς ήταν τα ερωτήματα τώρα που γυρόφερναν στο κεφάλι του και δεν έβρισκαν απάντηση. Το μαγαζί το κατάλαβε από τα φώτα. Σειρές από λάμπες χριστουγεννιάτικες και διάφορα φωτεινά στολίδια που αναβόσβηναν. Και τραπέζια γεμάτα από πελάτες που τους άρεσε το πόσο δυνατά έπαιζε τη μουσική. Τίποτα από αυτά δεν πρόσεξε όπως πέρασε, κοιτούσε κάτω, κι ας τον κοιτούσαν όσοι κάθονταν στα τραπέζια στα παράθυρα.
Πέρασε και το δεύτερο, πέρασε και το τρίτο, τα ίδια. Αλήθεια, πού πήγαινε; Έπρεπε να θυμηθεί πού είχε παρκάρει. Και πού ήταν πριν; Αυτό δε μπορούσε να το θυμηθεί. Συγκεντρώθηκε όσο μπορούσε. Έκανε να στρίψει και δεύτερο τσιγάρο. Οι αόρατες μπάρες τον οδηγούσαν στο δρόμο του. Είχε μπει μέσα στις γειτονιές.
"Είσαι καλά φίλε;". Είχε μεγάλο ταλέντο  στο να απαντάει τέτοια ερωτήματα, ειδικά όταν αυτό αφορούσε τους άλλους. Μάλιστα, πολλοί τον συμβουλεύονταν σε ατέλειωτες συζητήσεις και τον θαύμαζαν γι αυτό του το ταλέντο. Η μέθοδός του βασιζόταν στο να μετράει όλα τα δεδομένα, να συγκρίνει τις καταστάσεις με προηγούμενες και να βγάζει συμπέρασμα. "Καλή μέθοδος για ψυχαναλυτή, όχι για άνθρωπο. Αλλού βρίσκεται η ουσία.", συνήθιζε να λέει αυτός.
Αλήθεια, ήταν καλά; Βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Ούτε πού πήγαινε ούτε από που ερχόταν θυμόταν. Περπατούσε μόνος. Έκανε κρύο. Είχε υγρασία. Και δεν έδειχνε να είναι στο κλίμα της εποχής.Ήταν ζήτημα αν περπατούσαν άλλοι στους δρόμους όπως έκανε αυτός. Το τοπίο, παρά το ότι ήταν οικείο, έδειχνε να απομακρύνεται με κάθε του κομμάτι όταν αυτός το πλησίαζε και αυτός δε μπορούσε τίποτα να αγγίξει.Φαινόταν να είναι ξένος.Κάτι τέτοιες στιγμές τον γέμιζε ο φόβος. Έκανε πολύ καλή παρέα με το φόβο συνήθως. Γνωρίζονταν καλά. Για χρόνια ξυπνούσε και κοιμόταν με αυτόν. Όμως απόψε ούτε αυτός είχε φανεί.
Από την άλλη, ήταν γιορτές. Το τοπίο ήταν γνώριμο. Οι μπάρες στα πόδια του. Αυτός  τυφλός. Οι τυφλοί γύρω του τον κοιτούσαν από τα παράθυρα. Αυτός κοιτούσε κάτω. Και μπορεί να περπατούσε μόνος αλλά η αλήθεια ήταν ότι μπορούσε ακόμα να περπατάει.Δε θυμόταν τι τον είχε φέρει εκεί απόψε. Υπήρχε άραγε κάποιος λόγος για να φοβάται; Δεν ήταν ο φόβος αυτός που του έκανε παρέα απόψε. Μόνο κάτι σφυριά και ένας μεταφερόμενος πόνος. Όχι, δε φοβόταν. Σίγουρα δε φοβόταν.
Δε μπορούσε να δώσει απάντηση στο ερώτημά του. Προσπαθούσε να συγκρίνει αυτό που ένιωθε με προηγούμενα σχήματα, με αυτά που ήξερε για τον εαυτό του. Όμως δε μπορούσε να βγάλει άκρη.
Ίσως γιατί ζούσε κάτι καινούργιο. Ίσως γιατί αυτό που είχε προηγηθεί ήταν τόσο έντονο που τον είχε ανακατέψει. Ίσως πάλι γιατί η μέθοδός του, αυτή που βασιζόταν στην εμπειρία που είχε από το παρελθόν, μια εμπειρία με προκατ το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, είχε χαλάσει πια. Δε μπορείς πάντα να είσαι σίγουρος για αυτά που πρόκειται να ζήσεις. Άλλωστε έχεις να δώσεις στους άλλους και άλλα εκτός από βέβαιες προβλέψεις για το μέλλον. Ίσως να ήρθε η ώρα να μάθεις κάτι κι εσύ. Έχεις να τους δώσεις τον εαυτό σου.
Ίσως να πρέπει να παραδέχεσαι ότι κάνεις λάθος κάποιες φορές.

Το πόδι του πάτησε το φρένο.Είχε φτάσει. Τον περίμεναν.

1 σχόλιο: