επισκέψεις

αρχείο

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

(κάθε χρόνο τέτοια μέρα..)
Στάση λεωφορείου. Βράδυ.

- Πέρασε; Το έχασα;.
-Μόλις πέρασε. Λίγα λεπτά πριν να ήσουν εδώ θα το προλάβαινες.
Κανείς δεν έδωσε περαιτέρω σημασία. Το επόμενο λεωφορείο που πέρασε πήρε αρκετούς από τους μάρτυρες της συζήτησης.



Ένα μάτσο άνθρωποι περιμένουν στην κεντρική πλατεία. Είναι μία από τις δύο τρεις στάσεις που χρησιμοποιούνται ως αφετηρίες για τα δρομολόγια που φεύγουν και αυτή ήταν  για τη νότια μεριά της πόλης. Η πλατεία, που έγερνε, άφηνε διάπλατη τη θέα μέχρι την άλλη άκρη της. Κανένας δε μίλαγε με τον άλλον, πέρα από κάτι μαθητές που έπαιρναν το λεωφορείο για να γυρίσουν από τα φροντιστήρια και από κάτι πιτσιρίκια που περίμεναν καρτερικά να πέσει κανένα κέρμα από το κουβούκλιο του εκδοτηρίου των εισιτηρίων που έστεκε κάπου εκεί. Οι υπόλοιποι, έπιαναν μια καλή θέση ο καθένας και στέκονταν βουβοί εκεί, ώστε να είναι έτοιμοι για να μη χάσουν το λεωφορείο.
Η πόλη ήταν γεμάτη τετράγωνα, δύσκολα έχασες τον προσανατολισμό και, αν είχες λίγη υπομονή, μπορούσες περπατώντας να τη διασχίσεις. Όμως, πέρα από αυτό το τετραγωνισμένο σύνολο, που μπορούσε να προσπελαστεί εύκολα και που αποτελούσε την πιο στενή ζώνη της πόλης, υπήρχαν δρομολόγια για πιο μακρινές και αραιοκατοικημένες περιοχές, όπου τα δρομολόγια ήταν πιο αραιά και εύκολα διεκρινες στην αφετηρία αυτούς που είχαν κάποιο τέτοιο προορισμό. Ήταν αυτοί που, ή έστεκαν την περισσότερη ώρα ακίνητοι και πιο μακριά από το δρόμο γιατί ήξεραν πότε θα έρθει το δικό τους λεωφορεία, ή όταν έφταναν στη στάση, ρωτούσαν το πλήθος αν το δρομολόγιό τους είχε μόλις περάσει.
Αυτές ήταν και οι ερωτήσεις που μόλις είχαν σπάσει τη ρουτίνα της σκηνής. Κάποιος τρέχοντας έφτασε στη στάση από τη γωνία, ρώτησε χωρίς να κοιτάει κάποιον συγκεκριμένα και το πλήθος του απάντησε ότι δεν είχε προλάβει.
Στάθηκε κάποιες στιγμές. Κοίταξε την πλατεία μέχρι την άλλη της άκρη, το βλέμμα του γύρισε στο κουβούκλιο προς το οποίο και περπάτησε. Δεν κοίταξε τα  τοιχοκολλημένα δρομολόγια, ήξερε πολύ καλά ότι αυτό ήταν το τελευταίο δρομολόγιο. Ήταν λοιπόν προφανές ότι ήταν απίθανο να περιμένει τόσες ώρες για το πρώτο πρωινό. Η στωικότητα του ωστόσο, σε συνδυασμό με την περιρρέουσα αδιαφορία του περιβάλλοντος, τον έκανε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να ξεπεράσει. Στεκόταν τώρα δίπλα στο κλειστό κουβούκλιο και  κοίταζε μέσα από τα τζάμια του την πλατεία που έγερνε και άδειαζε σιγά σιγά από τους επιβάτες των τελευταίων δρομολογίων που έφευγαν. Συνεδητοποίησε ότι κάποια στιγμή έμεινε μόνος στη στάση. Έκανε κάποια βήματα και έκατσε στο παγκάκι της στάσης. Οι μόνοι που του έδιναν σημασία ήταν οι ταξιτζήδες που περνούσαν αραιά και που, και τον κοιτούσαν επίμονα.
Έψαξε τις τσέπες του. Δεν είχε τίποτα πέρα από το εισητήριο του λεωφορείου. Είχε βρεθεί στο κέντρο για συγκεκριμένο σκοπό, οπότε είχε αφήσει στο σπίτι όλα του τα πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη σκέψη που του πέρασε από το μυαλό ήταν πόσο πιο απλό θα ήταν να έχει κάπου εκεί κοντά το αυτοκίνητο. Ωστόσο το μυαλό του έμενε μετέωρο σε αυτή την παράξενη ψυχραιμία.

Το λεωφορείο, του έκανε καθημερινή παρέα όταν ήταν μικρότερος και πήγαινε στο σχολείο κάθε πρωί. Είχε γίνει μέρος της καθημερινής του ρουτίνας, το έπαιρνε τρεις και τέσσερις φορές κάθε μέρα και τα βήματά του κάθε πρωί τον οδηγούσαν στα ίδια μέρη, στις ίδιες στάσεις, είχε αυτοματοποιήσει τις κινήσεις του. Αυτό γινόταν για πολλά χρόνια κάθε μέρα. Κάποια στιγμή, καλοκαίρι ήταν, τον πήραν ένα τηλέφωνο, δε θυμόταν που ήταν εκείνη τη στιγμή και του είπαν ότι πήρε το δίπλωμα. Και το δίπλωμα του άλλαξε εντελώς τις συνήθειες και, εκτός από όλα τα υπόλοιπα, τον έκανε να ξεχάσει αυτή την πρότερη του συνήθεια. Τώρα είχε βρεθεί πάλι στην ανάγκη του. Παρά τη μεγάλη του εμπειρία, είχε καταφέρει να το χάσει και μάλιστα το τελευταίο, λες και ήταν κάποιος πρωτάρης.
Για κάποιο λόγο άρχισε να λειτουργεί αυτόματα ξανά. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει. Σκεφτόταν τι θα έκανε αν αυτό του συνέβαινε τότε που κυκλοφορούσε αποκλειστικά με το λεωφορείο. Θυμήθηκε ότι κάθε φορά, βιαζόταν να φτάσει έγκαιρα γιατί την επόμενη ημέρα θα έπρεπε να ξεκινήσει πάλι νωρίς. Ακολούθησε τη διαδρομή του λεωφορείου όσο κρατούσαν τα τετράγωνα της πόλης και πριν βγει στην παραλιακή. Όμως τώρα δεν υπήρχε επόμενο δρομολόγιο. Και δεν υπήρχε καμία πρωινή του υποχρέωση για την οποία θα έπρεπε να βιαστεί. 
Πρώτη στάση. Άδεια. Κοίταξε το δρόμο. Όχι μόνο το λεωφορείο δεν ερχόταν, ούτε καν ένα όχημα δεν περνούσε. Ξεκινάει πάλι.
Δεύτερη στάση. Το ίδιο. Τώρα άρχισαν να λιγοστεύουν και οι άνθρωποι. Έστρεψε το βλέμμα του στις βιτρίνες.
Τρίτη στάση.Τίποτα.Άρχισε να αναρωτιέται τι θα γίνει όταν τα τετράγωνα τελειώσουν.
Τέταρτη στάση.Η πιάτσα στο απέναντι πεζοδρόμιο, πνιγμένη στα ταξί. Τα ίδια επίμονα βλέμματα. Τα χέρια στις τσέπες ψάχνουν παντού. Τίποτα.   Είπε να καθήσει για λίγο. Η επόμενη στάση στη θάλασσα.
Ανοίγει παράθυρο από απέναντι.
-Σκεφτικό σε βλέπω. Να σε πάω  κάπου;
-Όχι.
-Περιμένεις κάποιον;
-Μπα.
-Φαίνεσαι χαμένος. Δεν είσαι από εδώ;
-Από εδώ είμαι.
-Και που πας αν επιτρέπεται;
-Σπίτι.
-Ε αποκλείεται να φτάσεις μέχρι εκεί με τα πόδια. Έλα τότε να σε πετάξω εκεί.
-Δεν έχω λεφτά μαζί μου. Θα δω τι θα κάνω. Ευχαριστώ.
Σιωπή. Το παράθυρο κλείνει σιγά σιγά όπως άνοιξε.
 Τα χέρια έμεναν στις τσέπες και έψαχναν τόση ώρα λες και θα έβρισκαν κάτι. Κάπου εδώ συνειδητοποιούσε ότι η ιστορία από το παρελθόν κάπου τέλειωνε. Κάπου εδώ έπαιρνε ταξί, και χαμογελούσε στη διαδρομή γιατί  θα γλίτωνε ένα μέρος της διαδρομής. Τώρα η παραλιακή έστεκε μπροστά του και τα τετράγωνα με τις άδειες βιτρίνες τέλειωναν. Τα μάτια του είχαν μείνει να κοιτάζουν το κλειστό παράθυρο του ταξί. Είχαν συνηθίσει το ημίφως. Ξαφνικά έκλεισαν από τα μεγάλα φώτα κάπου οχήματος που γεμιζαν το δρόμο μετά από ώρα. Γύρισε και τα κοίταξε κατάματα. Αναγνώρισε το νούμερο στο πάνω μέρος του οχήματος.
Ο αυτοματισμός τον ηλέκτρισε ξανά. Μέσα σε λίγες στιγμές, βρέθηκε να κάθεται μόνος του κοιτάζοντας την παραλιακή από τα μεγάλα παράθυρα. Κατευθυνόταν προς το σπίτι όπως παλιά, μόνο που είχε πάρει τελικά ένα κάπως μεγαλύτερο ταξί...

-


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου