δημοσιεύτηκαν πρόσφατα...

Αρχείο

επισκέψεις

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013


Κατήφορος επαρχιακού χωριού. Θόρυβος. Μέλισσες, σφήκες και άλλα πετούμενα στα φυτά που έχουν σκαρφαλώσει στο φράχτη. Σκυλιά και γατιά στις αυλές και στους γύρω δρόμους που παίζουν μαζί. Μουσικές από το πάνω καφενείο. Τρακτέρ που γυρίζουν. Που και που, καμιά τηλεόραση να παίζει. Κι ο ουρανός ο ίδιος. καιρός σταθερός. Το μόνο που αλλάζει είναι ο αέρας που κλείνει και κανένα παραθυρόφυλλο που και που. Το μόνο που θυμίζει ότι είναι φθινόπωρο πια, είναι τα χρώματα έξω, που κατά γενική ομολογία έχουν γίνει πιο έντονα. Κάποιος είχε ξεχάσει να αλλάξει το κομμάτι του ουρανού πάνω από αυτό το κομμάτι γης.
Όμως, πόσο καιρό είχε αλήθεια να βρέξει;

Είχε μεγάλη ιστορία αυτή η κατηφόρα. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν το καλοκαίρι αυτό που μεγαλώνει στην αρχή και στο τέλος του. Είχαν και επιχειρήματα: Τότε έρχονταν στη γειτονιά  όσοι κατέβαιναν τους χειμώνες στην πόλη, έφερναν τα παιδιά τους, γιατί παιδιά αυτός ο τόπος δεν είχε και πολλά και η γειτονιά ζωντάνευε. Εκτός από αυτούς, τότε από την κατηφόρα περνούσαν και άλλοι, που έρχονταν από άλλες χώρες και έτσι έμεναν λεφτά σε αυτούς που νοίκιαζαν στην πάνω γειτονιά τα δωμάτια που τους είχαν αφήσει οι γιαγιάδες τους. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς τους ξένους, τόσο πολύ τους άρεσε, που έλεγαν να αγοράσουν  όσο όσο κι αυτοί ένα κομμάτι γης στην κατηφόρα. Και κατέληγαν όλοι αυτοί λέγοντας  "μακάρι να ήταν όλο το χρόνο καλοκαίρι".
Κάποιοι άλλοι θυμόντουσαν παλιότερες εποχές. Μιλούσαν όλοι για τον πανικό που τους έπιανε, όταν οι πρώτες σταγόνες έπεφταν. Για τα νερά που πλημμύριζαν το δρόμο, κατέβαζαν το χώμα από τους κήπους και έμπαιναν στις αυλές και μετά στα σπίτια. Πώς έμπαιναν όλοι  σε σειρά με τα κανάτια και άδειαζαν το νερό και μετά με τα φτυάρια και έβγαζαν τη λάσπη που τα είχε πνίξει όλα.  Πώς μάζευαν τους σπόρους, τα λιαστά και τους τραχανάδες μέσα στο χώμα και πώς έκλαιγαν το βιός τους για μέρες. Και για τους τρόπους που επινοούσαν για να γλιτώνουν κάθε φορά. "Μακριά από μάς η συμφορά", έλεγαν.
Ήταν μετά και οι άλλοι, οι φοβισμένοι, που έλεγαν ότι κάποιος λόγος θα υπήρχε για αυτά που συνέβαιναν και  ότι δεν τα βάζει κανένας με τον καιρό. Και επειδή δεν είχαν μάθει να σκέφτονται παρά μόνο να φοβούνται, έλεγαν ότι ο χειμώνας δε θα έρθει ποτέ, αράδιαζαν ένα σωρό λόγια και ψέματα που έβρισκαν από εδώ και από κει για να χρυσώσουν το χάπι. Κατηγορούσαν δε και όποιον τολμούσε να πει ότι δεν πρέπει να φοβούνται.
Μια μέρα, που φυσούσε έναν παράξενο αέρα, πέρασε από την κατηφόρα ένας δάσκαλος.
Δεν ήταν το σχολείο αυτό που  τον είχε φέρει εκεί, αλλά κάποιος που είχε γνωρίσει στην πόλη και είχαν γίνει καρδιακοί φίλοι, ήταν από αυτό το μέρος και του είχε πει να περάσει να τον βρει όταν θα τέλειωναν τις σπουδές τους. Μορφωμένος όπως ήταν, στάθηκε στην κορυφή της και την παρατήρησε προσεκτικά. Κοίταζε μία την κατηφόρα, μία τον ουρανό. Άρχισε να περπατάει. Μύριζε τα λουλούδια στους μπαξέδες και παρατηρούσε τις αυλές. Αναγνώριζε κάθε τι. Ήταν ενθουσιασμένος. Έτσι δάσκαλος όπως ήταν, τα μάτια του και τα αυτιά του έψαχναν από εδώ και από εκεί για παιδιά, αλλά τίποτα. Στην πρώτη πόρτα που άκουσε παιδική φωνή, είπε να μπει μέσα. Βρήκε ένα μπόμπιρα να παίζει στην αυλή. Τον πλησίασε. Το παιδί του χαμογέλασε. Τον κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω, έτσι παράξενα που ήταν ντυμένος. Αυτός του χαμογελούσε.
"Πηγαίνεις σχολείο μικρέ;", τον ρώτησε.
"Τι είναι σχολείο;" , του απάντησε.
Ο δάσκαλος τόσο πολύ παραξενεύτηκε, που η γλώσσα του δέθηκε και δεν έβγαλε λέξη. "Σχολείο είναι...", το παιδί τον κοιτούσε με απορία. "Σχολείο είναι..."
"Σχολείο είναι ένα χάσιμο χρόνου!" απάντησε ένας άντρας που βγήκε από  μέσα. "Τι θέλεις; Τι ζητάς από το παιδί μου;" μείνε μακριά.
Ο δάσκαλος είχε γουρλώσει τα μάτια του. Δεν έφτανε που συνάντησε το παιδί που δεν ήξερε τι είναι σχολείο, τώρα κάποιος του έλεγε ότι είναι και χάσιμο χρόνου. Δεν ήξερε τι να πρωτοπεί.
"Πιστεύω να αστειεύεστε, κύριε. "
"Και βέβαια είναι χάσιμο χρόνου. Εμείς που πήγαμε τι καταλάβαμε; Ούτε δουλειά βρήκαμε από τα γράμματα. Ούτε λεφτά μας έφεραν τα γράμματα. Ούτε με τα γράμματα βγάζαμε τα νερά από το σπιτικό μας όταν τα κατέβαζε με το κιλό η κατηφόρα.", είπε.
" Δεν έχετε δίκιο κύριε, χρωστάμε πολλά χάρη στο σχολείο", σιγομουρμούρισε ο δάσκαλος.
"Εσύ τι κόφτεσαι τόσο πολύ για το σχολείο; Δάσκαλος είσαι; Δεν σε έχω ξαναδεί στα μέρη μας.", φώναξε.
"Δάσκαλος είμαι. Και δεν είμαι από εδώ, αλλά είχα γνωστούς εδώ. Αλλά ξαναλέω ότι δεν έχετε δίκιο.", απάντησε ο δάσκαλος.
"Καλός χαραμοφάης είσαι και του λόγου σου. Εγώ, η γυναίκα, ακόμα και τα παιδιά μου δουλεύουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να καταφέρουμε να ζήσουμε. Και από το δικό μας ιδρώτα έρχεσαι εσύ, που το μόνο που κάνεις  είναι να πολυλογάς και να δουλεύεις το μισό και λιγότερο, και πληρώνεσαι." είπε ο άντρας.
"Θέλετε να πείτε ότι δεν έχετε σχολείο εδώ;" ρώτησε.
" Όχι δεν έχουμε. Είχαμε κάποτε, αλλά τα παιδιά λιγόστεψαν, διώξαμε το δάσκαλο και το κλείσαμε. Και επειδή μας τρως το χρόνο μας, έλα πες, θες τίποτα άλλο; Μήπως θες κανένα δωμάτιο να νοικιάσεις; Μήπως θες να πιεις καφέ; Πήγαινε στο καφενείο."
" Όχι ευχαριστώ, δε θέλω τίποτα. Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε μόνο που βρίσκεται το σχολείο;"
"Δεν υπάρχει σχολείο πια. Το έχουν καταπιεί τα βάτα και τα αγριόχορτα και ίσα που φαίνεται πια από το δρόμο. Δεν έχεις καμιά τύχη να φτάσεις εκεί, οπότε μη σου μπαίνουν ιδέες."
"Ναι, αλλά που βρίσκεται, έχετε την καλοσύνη να μου πείτε;"
" Κοίτα, δεν ξέρω τι σε φέρνει εδώ. Στην άκρη της κατηφόρας είναι , όπως κατεβαίνεις δεξιά, αλλά ξαναλέω, μη σου μπαίνουν ιδέες. Θα σε καταπιούν τα χόρτα και δε θα βρεθεί κανένας να σε ψάχνει. Και δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Αυτός ο αέρας δεν ξέρω τι μπορεί να φέρει και πρέπει να έχουμε το νου μας."
"Τι μπορεί να φέρει ο αέρας δηλαδή; Όπως και να έχει σας ευχαριστώ για το χρόνο σας. Φεύγω. "
" Εδώ που βρέθηκες έχει να βρέξει πολύ καιρό, και όταν βρέχει πλημμυρίζουμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει ο καιρός. Άντε στο καλό."
 Ο δάσκαλος βγήκε έξω . Κοίταξε τον ουρανό και τίποτα δε φάνηκε ανησυχητικό εκτός από τον αέρα που δυνάμωνε. Άρχισε να περπατάει προς τα κάτω. Έφτασε εύκολα παρατηρώντας στο μεταξύ τα σπίτια, όπου όντως σπάνια έβλεπε κάποιο παιδί.
Το σχολείο ήταν όντως έτσι όπως του το ΄χε περιγράψει.  Μια τεράστια πράσινη μπάλα με ανεξέλεγκτη βλάστηση γύρω του, που νόμιζες ότι αν το πλησίαζες θα άπλωνε κάποιο βάτο να σε τσακίσει με τα αγκάθια του.
Προσπάθησε να βρει με τα μάτια του κάποια είσοδο ή κάποιο άνοιγμα για να πλησιάσει το κτήριο. Έκανε να πλησιάσει. Ο αέρας που φυσούσε δυνατά, κούνησε τα βάτα που έβγαιναν έξω από το φράχτη και  παραλίγο να πέσουν πάνω του. Ήταν αδύνατο να μπει από εκεί. Άρχισε να περιεργάζεται τον περίβολο μήπως υπήρχε από αλλού είσοδος. Παντού τα ίδια και ο αέρας δυνάμωνε.
Τον είχε τόσο αποσπάσει η έρευνα και η μάχη με τα βάτα, που δεν πρόσεξε ότι ο ουρανός άρχισε σιγά σιγά να σκοτεινιάζει. Ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο είχε εμφανιστεί από το πουθενά, είχε σχεδόν κρύψει τον ήλιο και ήταν έτοιμο να αρχίσει τη μπόρα.
Μόνο όταν οι πρώτες σταγόνες έπεσαν πάνω του και άρχισαν να φωνάζουν στο χωριό κατάλαβε τι συνέβαινε. Ωστόσο δεν τον τρόμαξαν οι ψιχάλες και συνέχισε να ψάχνει.  Η βροχή δυνάμωνε.
Στο χωριό άρχιζαν να ουρλιάζουν από τον πανικό. Έτρεχαν από εδώ και από εκεί, προσπαθούσε να σώσει ο καθένας το σπίτι του, την περιουσία του, ό,τι μπορούσε. Κανένας δεν έδινε σημασία στους διπλανούς. Και προφανώς κανένας δε θα έδινε σημασία στον περίεργο δάσκαλό που ασχολιόταν με το φράχτη του έρημου σχολείου. Το νερό άρχισε να κυλάει στην κατηφόρα σιγά σιγά και όλα έδειχναν ότι δε θα γλίτωναν το κακό.
Ο δάσκαλος ξαφνικά σταμάτησε και κοίταζε τον πανικό γύρω του. Έπειτα έτρεξε προς το σπίτι που είχε επισκεφτεί νωρίτερα. Χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, άρπαξε ένα φτυάρι που βρήκε πρόχειρο, και έτρεξε προς την έξοδο.  Κατέβηκε και πάλι προς το σχολείο. Άρχισε να σκάβει με μεγάλη μανία. Δεν προσπαθούσε ωστόσο να ανοίξει την πόρτα, μόνο έσκαβε ακριβώς έξω από το φράχτη. Τα χώματα ήταν τόσο πολλά, που και λόγω της βλάστησης είχαν ξεπεράσει  τα όρια του οικοπέδου.  Τα απομάκρυνε από εκεί και συνέχισε το σκάψιμο και προς τα πάνω.

Αυτό που κανείς δεν είχε  παρατηρήσει τόσα χρόνια, κανονίζοντας ο καθένας μόνο το δικό του κομμάτι του δρόμου, είναι ότι η μεγάλη κατηφόρα είχε συνολική υδρορροή στα πλάγια. Κανένας δεν είχε καθαρίσει το δικό του κομμάτι της υδρορροής, μόνο πετούσε ο καθένας τα ξερά του φύλα εκεί. Και το κυριότερο: όπως ήταν φυσικό, κανένας δεν είχε παρατηρήσει ότι όλη αυτή η υδρορροή κατέληγε στον κήπο του σχολείου και ότι έτσι απομακρύνονται τα νερά εκεί που τέλειωνε η κατηφόρα, πράγμα αδύνατο, αφού τώρα είχε κλείσει από τα χώματα. Αυτό είχε ως επόμενο το να κλείνει η υδρορροή και να πλημμυρίζει ο δρόμος. Αν απλά τους το είχε πει νωρίτερα αυτό χωρίς να χρειαστεί να τους σώσει, σίγουρα θα τον πετούσαν κακήν κακώς έξω και θα γυρνούσαν στις δουλειές τους.

Γιατί έτσι είναι και γενικότερα: Όταν κλείνεις το δρόμο προς το σχολείο, φοράς όποια μάσκα σου φορέσουν, ακόμα κι αν δεν έχει καρναβάλι, και αρκούν λίγες σταγόνες για να φέρουν τη συμφορά.
 
Η ιστορία συνεχίζεται εδώ

1 σχόλιο:

  1. Εικόνες από το χθες ρε παιδί μου ταιριασμένες στο παρόν. Μπράβο. Μπράβο.Νάξερες πόσες σκέψεις προκαλούν τα κειμενά σου. Μακάρι να μη μείνουμε μόνο εκεί. Ν'αρπάξουμε και κανα φτυάρι. Να σώσουμε ότι μπορούμε.
    Θεία Μ.


    ΑπάντησηΔιαγραφή