Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Για­τί εμπι­στευό­μα­στε πιο πο­λύ την αγω­νία από τον αγώ­να




«Στην ποί­η­ση, όπως και στα όνει­ρα, δεν γερ­νά­ει κα­νέ­νας» έγρα­ψε ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της (Εν λευ­κώ) δια­τυ­πώ­νο­ντας, με δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια, τον δι­φυή χα­ρα­κτή­ρα του χρό­νου.
Από τη μια, μας ακο­λου­θεί ο λο­γι­κός χρό­νος, ο μα­θη­μα­τι­κός, που συ­ντάσ­σει ιστο­ρία, που υπο­λο­γί­ζει ηλι­κί­ες, πι­στός στην αριθ­μη­τι­κή των ανα­γκών της ύπαρ­ξης.
Από την άλ­λη, μας εμπνέ­ει ο υπερ­βα­τι­κός χρό­νος, ο ποι­η­τι­κός, που εκ­πλήσ­σει κα­ταρ­γώ­ντας τις απο­στά­σεις, που διευ­κο­λύ­νει το όνει­ρο και τον νό­στο, δια­θέ­το­ντας χώ­ρο στις ελευ­θε­ρί­ες, που εξη­γεί την αλ­φα­βή­τα της ζω­ής˙ αδιά­ψευ­στος μάρ­τυ­ρας της μέ­σα μας αλή­θειας.
Να για­τί εορ­τά­ζε­ται η 21η Μαρ­τί­ου, ημέ­ρα της Εα­ρι­νής Ιση­με­ρί­ας, ως Πα­γκό­σμια Ημέ­ρα Ποί­η­σης: για­τί η Άνοι­ξη γρά­φε­ται πά­ντα με το θαύ­μα κε­φα­λαίο. Ο χρό­νος της δεν ορί­ζει μό­νο επο­χή, γί­νε­ται έκ­πλη­ξη για κά­θε ανοι­χτή καρ­διά και κά­θε άδο­λη σκέ­ψη. Γι’ αυ­τό και ται­ριά­ζει στη νε­ό­τη­τα οποιασ­δή­πο­τε ηλι­κί­ας.
Ο χρό­νος ού­τε πα­λιώ­νει, ού­τε μας γερ­νά­ει. Παί­ζει μό­νο, αλ­λά­ζο­ντας σχή­μα­τα και μορ­φές. Εκεί που μας φθεί­ρει, εκεί και μας πλου­τί­ζει.
Εμείς, αντί­θε­τα, γερ­νά­με από τα λά­θη μας κι από την άγνοιά μας, ή μας γερ­νά­νε άν­θρω­ποι ανια­ροί και άχρη­στα πράγ­μα­τα. Συ­νη­θί­σα­με, δυ­στυ­χώς, να υπα­κού­με ομοιό­μορ­φα σε εξου­σί­ες, προ­σφέ­ρο­ντας σαν ενέ­χυ­ρο για δά­νειο ελ­πί­δας την ευαι­σθη­σία και την ελευ­θε­ρία μας.
Για­τί εμπι­στευό­μα­στε πιο πο­λύ την αγω­νία από τον αγώ­να. Και ξε­χνά­με ότι το θαύ­μα γεν­νιέ­ται πά­ντα μέ­σα μας και ανα­γνω­ρί­ζε­ται με πί­στη όχι σ’ αυ­τό που φαί­νε­ται να γυα­λί­ζει, αλ­λά σ’ αυ­τό που βα­θαί­νει για να λά­μπει.
Εδώ έρ­χε­ται ο χρό­νος και γε­φυ­ρώ­νει βιώ­μα­τα και συ­ναι­σθή­μα­τα, επι­θυ­μί­ες και πρά­ξεις, και συ­γκρο­τεί ένα ιδιό­τυ­πο ημε­ρο­λό­γιο αιφ­νί­διων συ­να­ντή­σε­ων με νί­κες και ήτ­τες, ρή­ξεις και επι­λο­γές, που συ­ναι­ρούν μα­κρά και βρα­χέα κύ­μα­τα ψυ­χής και το­νί­ζο­νται πά­ντο­τε σε κά­θε λή­γου­σα αρ­χή.
Ο χρό­νος γί­νε­ται η άλ­λη γλώσ­σα, που δεν πει­θαρ­χεί εξά­πα­ντος σε συμ­φω­νί­ες-γέ­φυ­ρες και γι­’αυ­τό μπο­ρεί να ανα­τρέ­πει προ­θέ­σεις, χω­ρίς να κα­ταρ­γεί δια­θέ­σεις, και να φω­τα­γω­γεί –με νό­η­μα– επε­τεί­ους πό­νου, ηδο­νής και πλή­θου­σας σιω­πής.
Τό­τε εί­ναι που ο χρό­νος απαι­τεί ποί­η­ση για να μι­λη­θεί, να απο­κα­λύ­ψει τη δύ­να­μή του, εί­τε με λή­θη εί­τε με μνή­μη, οπωσ­δή­πο­τε με πε­ριέρ­γεια ομορ­φιάς.
Ακού­γο­νται που­λιά. Ποιος θ’ αγα­πη­θεί; Πά­λι τα όνει­ρα θα μου ζη­τή­σουν σώ­μα.
 
("η ποίηση του χρόνου" του Διονύση Καρατζά)
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου