Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022
Τελικά για όλα φταίνε οι άνδρες;
Το παρακάτω αποτελεί μια επαναδιατύπωση
ενός παλιότερου πρωτότυπου κειμένου, γραμμένου ακριβώς 7 χρόνια πριν.
Η εναλλαγή του συμβολικού με το πραγματικό, με άλλα λόγια μιας πραγματικότητας απέναντι στην οποία αρκεί να είμαστε πολιτικά σωστοί, να έχουμε μια σωστή και ίσως καθαρή θεωρητική θέση, ακόμα και αν αυτή δε συνοδεύεται από ένα πρακτικό αποτέλεσμα, από μία άλλη αντίστροφη, όπου είναι ακριβώς οι πράξεις και μόνο που καθορίζουν τη σωστή πολιτικά θέση ή τάση, αποτελεί γεγονός και στις μέρες μας.
Η παλινδρόμηση αυτή μάλιστα, από την αποθέωση της θεωρίας σε αυτήν της πράξης, συνάδει ή συγκρούεται με την ίδια την ανθρώπινη τάση προς τη νοσταλγία για εκείνο που δεν υπάρχει, προς μια μεταμέλεια, προς την ευκολία του καθένα. Για να πει κανείς πιο απλά το παραπάνω, άλλοτε δυσκολευόμαστε να ακούσουμε την ανάγκη μιας κατάστασης, να αναλάβουμε την ευθύνη της πράξης, επιμένοντας στην αξία της σωστής θεωρίας, άλλοτε δυσκολευόμαστε ή και αρνούμαστε να περιγράψουμε τη θεωρία ή το συμπέρασμα που προκύπτει, επιμένοντας στην πράξη και την πρακτική που ήδη υπάρχει. Και στις δύο περιπτώσεις αρνιόμαστε να κάνουμε λάθος και να διορθώσουμε, να πάρουμε δηλαδή το ρίσκο της επιλογής.
Υπό αυτό το πρίσμα, μεγάλη είναι η σημασία και η λειτουργικότητα μιας
αγαπημένης συνήθειας, της σύγκρισης. Η σύγκριση, αποτελεί τρόπο
αναγνώρισης αλλά και απόστασης, εξοικείωσης και αποξένωσης,
κατηγοριοποίησης, άρνησης και ενθουσιασμού, αποδοχής και απόρριψης,
κοινωνικοποίησης και μοναξιάς, ρατσισμού και αλληλεγγύης, αποκλεισμού
και συμπερίληψης, ερμηνείας και κουτσομπολιού, φόβου και θάρρους,
ενθουσιασμού και κατάθλιψης, αποτελεί με άλλα λόγια μια ερμηνευτική ασπιρίνη, ή ένα κλειδί κατάλληλο για όλες τις πόρτες.
Επιστρέφοντας στη σύγκρουση της ανάγκης και της ευκολίας, σίγουρα αυτή
δεν αποτελεί
το μόνο πλαίσιο για να εξηγήσει κανείς τα πάντα, ούτε αποτελεί φυσικά το
μόνο πεδίο σύγκρουσης, ωστόσο αγγίζει, φανερά και κρυφά, όλο και
περισσότερες πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης. Το ζήτημα όμως με την
ανθρώπινη υπόσταση, τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τους
άλλους ανθρώπους, είναι πως αποτελεί αναγκαίο όρο για όλα τα υπόλοιπα,
για τα εκάστοτε συστήματα, για τις θεωρίες και τις πράξεις, αποτελεί την
απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις αλλά και την ερώτηση σε όλες τις
απαντήσεις.
Οι σχέσεις μεταξύ των φύλων, αποτελούν την πηγή της ζωτικότητας, συνδέονται σαφώς με την ανθρώπινη
φύση, με το βασικό αίσθημα συντροφικότητας, τη διαιώνιση του είδους,
τα διάφορα είδη κοινωνικών συμβάσεων και αποτελούν κατά πολλούς βασικό
σκοπό της σύντομης είναι η αλήθεια ζωής μας. Αποτελούν με άλλα λόγια στις διάφορες εκδοχές τους, θεμέλιο λίθο για το εκάστοτε
κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα.
Έχει
δικαίως αναδειχτεί στις μέρες μας η βία κάθε είδους που αναπτύσσουν τα
αρσενικά, μια βία που φωλιάζει στην ανοχή προς αυτά, στην αποδοχή της
θέσης τους στο όλο κοινωνικό εποικοδόμημα, καθώς κυρίως στην αποδοχή της
αδυναμίας των θυμάτων τους. Ιδιαίτερα διαδεδομένο είναι μάλιστα το
ζήτημα της βίας κατά των γυναικών, μιας βίας που οδηγεί ακόμα και στην εξόντωσή τους, σε αναρίθμητες γυναικοκτονίες. Θα μπορούσε λοιπόν να ισχυριστεί
κανείς, αν στα παραπάνω προσθέσει την κακοποίηση απέναντι στους
ομοφυλόφιλους και τα αντίστοιχα αποτελέσματα που αυτή έχει, πως για όλα πράγματι φταίνε οι άντρες.
Είναι ακριβώς έτσι;
Αν η σύγκριση είναι το
κλειδί, η ανθρώπινη ύπαρξη είναι στις μέρες μας μια πόρτα που η
κλειδαριά της ή μάλλον το λουκέτο της, παραμένει η εξουσία.
Οι εξουσιαστικές τάσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στο σύμπαν των κοινωνικών σχέσεων κάθε είδους, αποτελούν ανεξαρτήτως της φύσης μας και πολλές φορές κόντρα σε αυτή, δομική κατεύθυνση του κοινωνικού συστήματος. Για παράδειγμα, το παρόν σύστημα στηρίζεται στην ισχύ των αρσενικών, στο ρόλο του ισχυρού φύλου, είναι γνωστή η έκφραση "ο κόσμος των αρσενικών", καθώς και στην εκμετάλλευση των αδύναμων, στο ρόλο των υπόλοιπων, γυναικών, παιδιών, ομοφυλόφυλων, ηλικιωμένων ως εμπορευμάτων, επαγγελματικά και κοινωνικά αποκλεισμένων και εκμεταλλεύσιμων. Αυτή η αντίθεση, του ισχυρού και του αδύναμου, αποτελεί σίγουρα μια εξουσιαστική οπτική καθώς και θεμέλιο λίθο της πραγματικότητας γύρω μας.
Όσο και αν είναι δίκαιο λοιπόν
κανείς να εξεγείρεται απέναντι στα κακοποιητικά, βίαια, δολοφονικά
αρσενικά και να δείχνει την αλληλεγγύη του στα θύματά τους, οφείλει να
παρατηρεί καλύτερα τις σχέσεις μεταξύ των φύλων και κατ' επέκταση
μεταξύ των ανθρώπων, τοποθετώντας τον εαυτό του, από τη θέση ενός
πιθανού παρατηρητή, στη θέση του πρωταγωνιστή.
Ποια είναι η θέση μας λοιπόν σε αυτό το δίπολο της εξουσίας και πόσο δεδομένη ή και εύκολη είναι η αποδοχή μιας τέτοιας θέσης; Η αλήθεια είναι ότι οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι τόσο απλές.
Θυμίζω εδώ τη σύγκριση καθώς και την τάση προς την ευκολία του καθένα.
Υπάρχουν στις μέρες μας αρσενικά που, συγκρίνοντας τον εαυτό τους με τους γύρω τους, πρόθυμα αποδέχονται το ρόλο του ισχυρού και επιβεβαιώνουν έτσι τη δήθεν φύση τους, το ρόλο και την εξουσία τους, παίρνοντας θέση στο γενικό δίπολο. Την παραπάνω θέση και συλλογιστική, ακολουθούν τηρουμένων των αναλογιών και άτομα όλων των φύλων, επιβεβαιώνοντας πως το "δικαίωμα" στην εξουσία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο ενός φύλου. Υπάρχουν άτομα των υπόλοιπων φύλων επίσης, που, συγκρίνοντας τον εαυτό τους με τους γύρω τους, πρόθυμα αποδέχονται το ρόλο του αδύναμου και επιβεβαιώνουν έτσι τη δήθεν φύση τους, το ρόλο και την υποτέλειά τους, παίρνοντας επίσης θέση στο γενικό δίπολο. Την παραπάνω θέση και συλλογιστική όμως, ακολουθούν τηρουμένων των αναλογιών και άτομα όλων των φύλων, πως η αποδοχή της αδυναμίας, δεν αποτελεί επίσης αποκλειστικό "προνόμιο" ενός φύλου.
Μετά το παραπάνω, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως η εξουσία είναι αυτή που προκαλεί την κακοποίηση και πως τα αρσενικά που αποτελούν τον κατεξοχήν ισχυρό σε αυτό το σύστημα, αποτελούν τον κύριο φορέα της. Πως επίσης αυτή η κακοποίηση, προκαλεί διάφορες ανακλαστικές αντιδράσεις σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου και τηρουμένων των αναλογιών, στο όνομα της αυτοσυντήρησης, προκειμένου να επιβιώσουν στο δίπολο αυτό της εξουσίας. Και πως αναγκαία λοιπόν είναι η καταγγελία του εκάστοτε ισχυρού εξουσιαστή και η απόρριψη της θέσης του αδύναμου εξουσιαζόμενου. Η θεωρητική αυτή προσέγγιση είναι πέρα για πέρα σωστή.
Είναι όμως αρκετή;
Όπως ούτε το φύλο, η σύγκριση με τους υπόλοιπους, η ανάγκη κοινωνικής ενσωμάτωσης, η ευκολία, έτσι και ούτε η καταγγελία και η σωστή θεωρητική θέση δεν αποτελεί ή μπορεί να αποτελέσει άλλοθι, δε δικαιολογεί ή ισοσταθμίζει, δεν αποτελεί ευκολία ή εγγύηση, ούτε αποκλείει την
κακοποίηση, μικρή ή μεγάλη, συνειδητοποιημένη ή ασυνείδητη, κρυφή ή
φανερή. Δεν υπάρχει με άλλα λόγια μισή, λίγη, κρυφή ή δικαιολογημένη κακοποίηση ή τουλάχιστον αποτελεί και αυτή επίσης κακοποίηση. Η αλήθεια είναι πως η πράξη παίζει και αυτή το ρόλο της, μαζί με όλα τα παραπάνω αλλά και κόντρα σε αυτά όταν χρειάζεται,μαζί με την επιλογή και το ρίσκο, τη συνολική απόρριψη οποιασδήποτε θέσης στο παραπάνω δίπολο ατομικά, κυρίως δε συλλογικά, καθώς και τη φροντίδα των σχέσεων, της ανθρώπινης υπόστασης και της προσωπικής ανάπτυξης σε αυτή την κατεύθυνση. Όλα αυτά μαζί ανοίγουν εξίσου, ίσως και περισσότερο, το δρόμο για ένα άλλο μοντέλο σχέσεων, μια άλλη πραγματικότητα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου