Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

δε μου τα ζητούσε

 το παρόν κείμενο αποτελεί συνέχεια του "ο κηπουρός και ο άνεμος

Πέρασε καιρός από τότε που ο κηπουρός έπαψε να τρέχει πίσω από κάθε σπασμένο κλαδί και κάθε πεσμένο φύλλο.

Ο κήπος συνέχισε να ζει.

Αλλά όχι όπως πριν.

Υπήρχαν μέρες που ένα μονοπάτι έμενε δύσβατο λίγο περισσότερο.

Μέρες που μια βρύση έσταζε μέχρι να βρεθεί κάποιος να τη φτιάξει.

Μέρες που το χορτάρι ψήλωνε εκεί όπου παλιότερα θα είχε ήδη κοπεί.

Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο ενοχλούσε κάποιους αυτή η ατέλεια.

Ένα απόγευμα πήγαν να τον βρουν.

Δεν ήταν θυμωμένοι.

Ήταν κάτι πιο βαρύ.

Ήταν απογοητευμένοι.

«Ο κήπος δεν είναι όπως παλιά», του είπαν.

«Όχι», απάντησε εκείνος.

«Παλιά δεν θα άφηνες όλα αυτά να συμβούν.»

Ο κηπουρός κοίταξε προς τα δέντρα.

«Όχι.»

«Τότε γιατί τα αφήνεις τώρα;»

Για λίγο δεν μίλησε κανείς.

Μόνο τα φύλλα ακούγονταν πάνω από τα κεφάλια τους.

«Θέλετε την αλήθεια;» ρώτησε.

«Γι' αυτό ήρθαμε.»

Ο κηπουρός χαμογέλασε αχνά.

«Για πολλά χρόνια πίστευα πως αγαπούσα τον κήπο.»

Σταμάτησε για μια στιγμή.

«Και τον αγαπούσα.»

Τα μάτια του χάθηκαν για λίγο ανάμεσα στα δέντρα.

«Μόνο που είχα μπερδέψει την αγάπη με τον έλεγχο.»

Οι άνθρωποι συνοφρυώθηκαν.

«Δεν σε καταλαβαίνω.»

«Ούτε εγώ καταλάβαινα τότε.»

Έσκυψε και σήκωσε ένα ξερό φύλλο από το χώμα.

«Κάποτε έβλεπα αυτό και βιαζόμουν να το μαζέψω.»

Το άφησε να γλιστρήσει από τα δάχτυλά του.

«Μετά έπεφτε άλλο ένα. Και άλλο ένα. Και άλλο ένα.»

Ένας άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Αυτό είναι η δουλειά του κηπουρού.»

«Όχι», είπε ήρεμα εκείνος.

«Αυτό είναι η δουλειά κάποιου που πιστεύει πως ο κόσμος πρέπει να μένει ακίνητος για να είναι όμορφος.»

Κανείς δεν απάντησε.

Ο άνεμος πέρασε ανάμεσά τους.

Απαλά.

Σχεδόν αδιάφορα.

Ο κηπουρός τον άκουσε και χαμογέλασε.

«Ξέρετε τι μου είπε κάποτε ο άνεμος;»

Μερικοί αντάλλαξαν βλέμματα.

«Μου είπε: γιατί με πολεμάς;»

Ένα φύλλο ξεκόλλησε από ένα κλαδί και έπεσε κοντά τους.

«Και πέρασα χρόνια πιστεύοντας πως αν δούλευα αρκετά, αν πρόσεχα αρκετά, αν κουραζόμουν αρκετά, θα κατάφερνα να κερδίσω.»

«Να κερδίσεις τι;»

Ο κηπουρός σήκωσε το βλέμμα.

«Τον άνεμο.»

Ένα αμήχανο χαμόγελο πέρασε από μερικά πρόσωπα.

«Κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τον άνεμο.»

«Ακριβώς.»

Η φωνή του χαμήλωσε.

«Κι όμως, αυτό προσπαθούσα να κάνω όλη μου τη ζωή.»

Οι άνθρωποι έμειναν σιωπηλοί.

«Γι' αυτό δεν θα γίνω ξανά ο παλιός κηπουρός.»

«Ακόμη κι αν ο κήπος το χρειάζεται;»

Ο κηπουρός κοίταξε γύρω του.

Τα δέντρα.

Τις σκιές τους.

Τα φύλλα που έπεφταν χωρίς βιασύνη.

«Αυτό είναι που δεν είχα καταλάβει τότε», είπε.

«Ο κήπος δεν μου ζητούσε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια όσα του έδινα.»

Κανείς δεν μίλησε.

«Εγώ τα απαιτούσα από τον εαυτό μου.»

Για πρώτη φορά οι άνθρωποι δεν είχαν αντίλογο.

Σαν να μην ήξεραν τι να κάνουν με μια απάντηση που δεν τους έδινε λύση.

Ύστερα κάποιος ρώτησε:

«Και τώρα;»

«Τώρα τι;»

«Αν δεν πρόκειται να γίνεις πάλι αυτός που ήσουν.»

Ο κηπουρός χαμογέλασε.

Ένα χαμόγελο μικρό, σχεδόν παιδικό.

«Ίσως αυτό να είναι το επόμενο που έχω να μάθω.»

Ο άνεμος πέρασε ανάμεσα στα δέντρα.

Όπως περνούσε πάντα.

Μόνο που αυτή τη φορά ο κηπουρός δεν τον άκουσε σαν έναν παλιό αντίπαλο.

Ούτε σαν ένα μάθημα που είχε ήδη καταλάβει.

Τον άκουσε σαν μια φωνή που ερχόταν από μακριά.

Σαν κάποιον που τον καλούσε κάπου.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου