Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
είμαι τα βήματά μου
Το παρόν κείμενο είναι συνέχεια των προηγούμενων κειμένων "ο κηπουρός και ο άνεμος" και "δε μου τα ζητούσε".
Ο κήπος συνέχισε τον δικό του ρυθμό.
Κι εκείνος τον δικό του.
Οι εποχές άλλαζαν.
Τα φύλλα έπεφταν και ξαναγέμιζαν τα κλαδιά.
Οι άνθρωποι έρχονταν και έφευγαν.
Μερικοί από εκείνους που είχαν δυσκολευτεί να καταλάβουν την αλλαγή του είχαν πια συνηθίσει.
Άλλοι όχι.
Όμως ο κηπουρός δεν σκεφτόταν συχνά πια αυτά τα πράγματα.
Κάτι άλλο τον απασχολούσε.
Δεν ήξερε ακριβώς πότε είχε αρχίσει.
Ούτε μπορούσε να θυμηθεί μια συγκεκριμένη στιγμή.
Ήταν περισσότερο σαν μια παρουσία που εμφανιζόταν όλο και συχνότερα καθώς περνούσε ο καιρός.
Σαν μια σκέψη που στεκόταν λίγο πιο πίσω από όλες τις άλλες.
Περίμενε.
Και δεν έφευγε.
Κάποτε πίστευε πως γνώριζε καλά τον εαυτό του.
Δεν είχε αμφιβολίες.
Ήξερε τι ήταν σημαντικό.
Ήξερε τι όφειλε να κάνει.
Ήξερε πού ανήκε.
Τώρα δεν ήταν τόσο βέβαιος.
Όχι επειδή όλα αυτά είχαν αποδειχθεί λάθος.
Αλλά επειδή άρχισαν να του φαίνονται λιγότερο πλήρη απ' όσο νόμιζε.
Σαν να περιέγραφαν τη ζωή του.
Όχι όμως ολόκληρο τον άνθρωπο που τη ζούσε.
Για χρόνια δεν είχε χρειαστεί να σταθεί απέναντι σε αυτό το ερώτημα.
Οι μέρες του ήταν γεμάτες.
Οι ανάγκες του κήπου πολλές.
Υπήρχε πάντα κάτι που ζητούσε την προσοχή του.
Κάτι που έπρεπε να γίνει.
Κάτι που περίμενε τα χέρια του.
Τώρα όμως υπήρχαν ώρες άδειες.
Ώρες που δεν ζητούσαν τίποτα.
Κι αυτές οι ώρες άρχισαν να του φαίνονται πιο δύσκολες από όλες τις υπόλοιπες.
Ένα απόγευμα κάθισε κάτω από ένα δέντρο.
Όχι για να ξεκουραστεί.
Ούτε για να σκεφτεί.
Απλώς κάθισε.
Κι ύστερα παρατήρησε κάτι παράξενο.
Πόσο γρήγορα το μυαλό του έψαχνε μια δουλειά.
Ένα πρόβλημα.
Μια εκκρεμότητα.
Κάτι που να δικαιολογεί την παρουσία του εκεί.
Σαν να μην αρκούσε ποτέ απλώς να βρίσκεται.
Σαν να έπρεπε πάντοτε να γίνεται κάτι.
Να διορθώνεται κάτι.
Να προσφέρεται κάτι.
Η σκέψη αυτή δεν ήρθε σαν αποκάλυψη.
Ούτε σαν συμπέρασμα.
Δεν υπήρξε βράδυ που να κατάλαβε.
Δεν υπήρξε πρωί που να ξύπνησε διαφορετικός.
Αντίθετα.
Για πρώτη φορά στη ζωή του άρχισε να συνηθίζει να μην ξέρει.
Στην αρχή του φάνηκε αφόρητο.
Για χρόνια είχε μάθει να ζει ανάμεσα σε πράγματα που ζητούσαν αποφάσεις.
Αν ένα δέντρο λύγιζε, έπρεπε να στηριχτεί.
Αν ένα μονοπάτι χάλαγε, έπρεπε να επισκευαστεί.
Αν κάτι μαραινόταν, έπρεπε να φροντιστεί.
Τώρα όμως βρισκόταν μπροστά σε κάτι που δεν ζητούσε λύση.
Ζητούσε χρόνο.
Και ο χρόνος ήταν ένα εργαλείο που δεν είχε μάθει ποτέ να χρησιμοποιεί.
Έτσι συνέχισε να περπατά.
Να παρατηρεί.
Να αφήνει τις μέρες να περνούν χωρίς να απαιτεί από αυτές να του φανερώσουν κάτι.
Κάποτε θα θεωρούσε αυτή τη στάση αδυναμία.
Τώρα δεν ήταν βέβαιος.
Ίσως να υπήρχε ένα είδος δύναμης στο να μην βιάζεσαι να ορίσεις τον εαυτό σου.
Στο να μην αρπάζεσαι από την πρώτη απάντηση μόνο και μόνο για να σταματήσει η αβεβαιότητα.
Οι μήνες περνούσαν.
Το ερώτημα παρέμενε.
Όχι μικρότερο.
Όχι πιο ξεκάθαρο.
Αλλά λιγότερο εχθρικό.
Σαν έναν ξένο που στην αρχή σε αναστατώνει με την παρουσία του και ύστερα, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζει να περπατά δίπλα σου.
Μερικές φορές ο κηπουρός αναρωτιόταν αν είχε περάσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του φροντίζοντας τον κήπο ώστε να μην είχε προσέξει τον άνθρωπο που τον φρόντιζε.
Άλλες φορές η σκέψη αυτή του φαινόταν υπερβολική.
Και την άφηνε να φύγει.
Δεν προσπαθούσε πια να κρατήσει καμία σκέψη περισσότερο απ' όσο ήθελε να μείνει.
Ούτε να διώξει κάποια επειδή τον δυσκόλευε.
Τις άφηνε να έρχονται και να φεύγουν όπως έρχονταν και έφευγαν οι εποχές.
Όπως έρχονταν και έφευγαν οι άνθρωποι.
Όπως ερχόταν και έφευγε ο άνεμος.
Ο κηπουρός δεν ήξερε ακόμη ποιος γινόταν.
Δεν ήξερε καν αν γινόταν κάτι.
Ήξερε μόνο πως για πρώτη φορά δεν προσπαθούσε να επιστρέψει σε εκείνον που ήταν.
Και δεν έτρεχε να γίνει κάποιος άλλος.
Έμενε ανάμεσα στα δύο.
Σε έναν τόπο χωρίς όνομα.
Έναν τόπο που άλλοτε του φαινόταν άδειος και άλλοτε γεμάτος από πράγματα που δεν μπορούσε ακόμη να διακρίνει.
Και όσο παράξενο κι αν ήταν, άρχισε σιγά σιγά να σταματά να τον φοβάται.
Δεν τον καταλάβαινε.
Δεν τον είχε χαρτογραφήσει.
Δεν μπορούσε να πει πού οδηγούσε.
Αλλά έμενε.
Κάποτε πίστευε πως κάθε μονοπάτι αποκτά νόημα μόνο όταν ξέρεις πού καταλήγει.
Πως ο δρόμος είναι κάτι που διασχίζεις για να φτάσεις κάπου αλλού.
Τώρα δεν ήταν τόσο βέβαιος.
Ίσως να υπάρχουν και δρόμοι που δεν τους περπατάς για τον προορισμό τους.
Ίσως να υπάρχουν δρόμοι που σου ζητούν απλώς να τους περπατήσεις.
Να δεις τι έχουν να σου δείξουν.
Και ο κηπουρός συνέχισε να περπατά.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου