Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

η βεβαιότητα της ομορφιάς




Μήπως έχουμε μάθει να πενθούμε καλύτερα απ’ όσο ξέρουμε να χαιρόμαστε;

Στην αρχή ανακαλύπτουμε την ομορφιά. Κάτι ανθίζει αθόρυβα γύρω μας, κάτι αλλάζει το φως, κάτι κάνει τον κόσμο λίγο πιο κατοικήσιμο. Το προσέχουμε, ίσως το θαυμάζουμε, ίσως νιώθουμε για λίγο τυχεροί που βρεθήκαμε κοντά του.

Ύστερα το συνηθίζουμε.

Η ομορφιά μένει στη θέση της κι εμείς συνεχίζουμε τη ζωή μας. Δεν παύει να είναι όμορφη· παύει μόνο να μας εκπλήσσει. Γίνεται γνώριμη παρουσία, μέρος μιας εικόνας που πιστεύουμε πως θα υπάρχει και αύριο. Κάποτε την υποτιμάμε ακριβώς επειδή βρίσκεται τόσο κοντά μας. Δεν χρειάζεται να τη διεκδικήσουμε, να τη φανταστούμε, ούτε καν να τη θυμηθούμε. Είναι εκεί.

Ίσως αυτή να είναι η μοίρα πολλών όμορφων πραγμάτων: να γίνονται αόρατα όχι επειδή κρύφτηκαν, αλλά επειδή έμειναν για πολύ καιρό μπροστά στα μάτια μας.

Τα όμορφα πράγματα, όμως, δεν είναι άτρωτα. Μπορεί να περάσει από πάνω τους η καταστροφή, σαν φωτιά, και μέσα σε λίγο χρόνο ό,τι έμοιαζε σταθερό να γίνει ανάμνηση. Τότε ο κόσμος χωρίζεται απότομα σε ό,τι υπήρχε και σε ό,τι απέμεινε.

Και τότε θυμόμαστε.

Τα χρώματα γίνονται εντονότερα μέσα στη μνήμη. Οι λεπτομέρειες αποκτούν βάρος. Εκείνο που προσπερνούσαμε μοιάζει ξαφνικά ανεπανάληπτο. Μιλάμε γι’ αυτό με λόγια που ίσως δεν βρήκαμε όσο υπήρχε και αναρωτιόμαστε πώς δεν καταλάβαμε εγκαίρως πόσο όμορφο ήταν.

Και βέβαια πενθούμε. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Μόνο που κάποτε το πένθος μεγαλώνει τόσο, ώστε μοιάζει να γίνεται ο μόνος τρόπος με τον οποίο ξέρουμε να αγαπάμε την ομορφιά. Σαν να χρειάζεται πρώτα να καταστραφεί για να της αποδώσουμε όλη την αξία της. Σαν να γίνεται ομορφότερη μόλις πάψει να υπάρχει.

Ίσως δεν πενθούμε μόνο αυτό που χάθηκε. Πενθούμε και το ότι δεν το χαρήκαμε όσο μπορούσαμε. Τις φορές που περάσαμε δίπλα του αφηρημένοι. Την ευκολία με την οποία πιστέψαμε πως θα μας περιμένει. Όσα ανακαλύπτουμε για την ομορφιά, όταν πια δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτήν.

Η απώλεια, όμως, δεν κάνει κάτι όμορφο. Απλώς το απομακρύνει αρκετά ώστε να το δούμε ολόκληρο.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η υπερβολή μας: όσο υπήρχε το θεωρούσαμε δεδομένο· όταν χάνεται, αφήνουμε την απουσία του να καταλάβει όλον τον χώρο. Σαν να υπάρχουν μόνο δύο τρόποι να στεκόμαστε απέναντι στην ομορφιά: να την προσπερνάμε ή να τη θρηνούμε.

Ίσως υπάρχει κι ένας τρίτος.

Να τη χαιρόμαστε όσο υπάρχει. Να την αναγνωρίζουμε μέσα στο συνηθισμένο της πρόσωπο, όταν δεν προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει. Να δεχόμαστε πως είναι πολύτιμη όχι επειδή πρόκειται να χαθεί, αλλά επειδή βρίσκεται ήδη εδώ.

Κι όταν πράγματι χάνεται, να μην πιστεύουμε πως μαζί της χάθηκε κάθε δυνατότητα ομορφιάς.

Γιατί η ομορφιά δεν εξαντλείται σε μία μόνο μορφή. Μπορεί να επιστρέψει αλλιώς. Μπορεί να αργήσει, να εμφανιστεί μικρή και αβέβαιη, χωρίς να μοιάζει ακόμη με εκείνο που θυμόμαστε. Μπορεί ακόμη να μην έχει γεννηθεί.

Και κάπου εκεί αρχίζει ίσως και η δική μας ευθύνη απέναντί της. Όχι μόνο να τη θαυμάζουμε όταν υπάρχει ή να την πενθούμε όταν χάνεται, αλλά να τη φροντίζουμε, να της αφήνουμε χώρο να επιστρέψει και, όταν χρειάζεται, να γινόμαστε κι εμείς μέρος της γέννησής της.

Όχι για να αντικαταστήσουμε όσα χάθηκαν. Ούτε για να προσποιηθούμε πως η καταστροφή δεν συνέβη. Αλλά για να μην περάσουμε όλη μας τη ζωή υμνώντας μόνο την ομορφιά που υπήρξε κάποτε.

Να αφήσουμε χώρο και γι’ αυτήν που υπάρχει τώρα.

Γι’ αυτήν που επιστρέφει.

Και γι’ αυτήν που μπορεί να αρχίσει από εμάς.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου