Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

ακόμα και η μοναξιά χρειάζεται θεατές.




Η εξουσία πάντα αγαπούσε τους καθρέφτες. Κάποτε είχε αυλικούς, ανθρώπους που ήξεραν πότε να σωπαίνουν, πότε να χειροκροτούν και πότε να επιστρέφουν στον άρχοντα ακριβώς την εικόνα που είχε ανάγκη να δει. Σήμερα οι καθρέφτες είναι περισσότεροι και πιο εξελιγμένοι. Επικοινωνιακά επιτελεία, δημοσκοπήσεις, τηλεοπτικές εικόνες, βίντεο, προφίλ, μηχανισμοί που δεν καταγράφουν απλώς την πραγματικότητα αλλά τη διορθώνουν, τη φωτίζουν, την κόβουν και την ξαναστήνουν ώστε να χωράει στην εικόνα που πρέπει να διατηρηθεί.

Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται μόνο να κυβερνά. Χρειάζεται να φαίνεται ότι κυβερνά. Δεν αρκεί να παίρνει αποφάσεις, πρέπει να φαίνεται αποφασιστική. Δεν αρκεί να εμφανίζεται σε μια καταστροφή, πρέπει να υπάρχει η σωστή εικόνα από την καταστροφή. Δεν αρκεί να αποτυγχάνει, πρέπει να κατασκευάζεται αμέσως μια αφήγηση μέσα στην οποία η αποτυχία δεν ήταν ακριβώς αποτυχία ή, στην ανάγκη, ήταν ευθύνη κάποιου άλλου. Η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας και, όταν η πραγματικότητα επιμένει να μη συνεργάζεται, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Δεν είναι βέβαια καινούργιο ότι η εξουσία φροντίζει την εικόνα της. Και ίσως δεν αρκεί αυτό για να τη χαρακτηρίσει κανείς ναρκισσιστική. Το σημείο αλλάζει όταν η εικόνα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται ανάγκη. Όταν η εξουσία δεν προσπαθεί απλώς να πείσει ότι έχει δίκιο, αλλά αδυνατεί να δεχτεί ότι μπορεί να μην έχει. Όταν δεν χρειάζεται μόνο τη συναίνεση αλλά και την επιβεβαίωση. Όταν κάθε ρωγμή στην εικόνα της βιώνεται σαν επίθεση στην ίδια της την ύπαρξη. Εκεί ο καθρέφτης δεν χρησιμεύει πια μόνο για να βλέπουν οι άλλοι την εξουσία. Χρησιμεύει για να μπορεί η ίδια να κοιτάζει τον εαυτό της.

Εκεί αρχίζει η ναρκισσιστική εκδοχή της εξουσίας. Δεν αντέχει την κριτική γιατί δεν την αντιλαμβάνεται ως έλεγχο. Την αντιλαμβάνεται ως προσβολή. Δεν κάνει λάθος, παρεξηγείται. Δεν έχει αντιπάλους, έχει εχθρούς. Δεν αμφισβητείται μια απόφαση, αμφισβητείται ολόκληρη η αξία της. Και όσο περισσότερο ταυτίζει τον εαυτό της με κάτι μεγαλύτερο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να μετατρέπει κάθε διαφωνία σε επίθεση. Αν ταυτιστεί με τη χώρα, όποιος την κρίνει χτυπά τη χώρα. Αν ταυτιστεί με την ασφάλεια, όποιος διαφωνεί απειλεί την ασφάλεια. Αν ταυτιστεί με την πατρίδα, η κριτική γίνεται προδοσία.

Η εξουσία παύει έτσι να είναι κάτι που πρέπει να ελέγχεται και παρουσιάζεται σαν κάτι που πρέπει να προστατευτεί από τον έλεγχο. Χρειάζεται πάντα κι έναν εχθρό. Δεν έχει μεγάλη σημασία ποιος θα είναι κάθε φορά. Ο ξένος, ο φτωχός, ο πλούσιος, ο μετανάστης, ο άνεργος, ο δημόσιος υπάλληλος, ο μορφωμένος, ο αμόρφωτος, ο αντίπαλος, αυτός που δεν ανήκει στη σωστή πλευρά. Κάποιος πρέπει να σταθεί έξω από τον καθρέφτη και να φορτωθεί την ευθύνη, ώστε η εικόνα στο κέντρο να παραμείνει ανέπαφη.

Αυτό δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς ένα κοινό πρόθυμο να μπει στη συναλλαγή. Γιατί και το κοινό παίρνει κάτι πίσω. Τη βεβαιότητα ότι είναι από τους σωστούς, ότι κάποιος άλλος φταίει, ότι η δική του πλευρά είναι καλύτερη, ότι δεν χρειάζεται να αμφιβάλλει. Η κολακεία είναι πιο αποτελεσματική από το επιχείρημα, γιατί το επιχείρημα ζητάει σκέψη, ενώ η κολακεία προσφέρει ανακούφιση. Σου λέει ότι είχες ήδη δίκιο.

Γι’ αυτό και η εποχή παράγει τόση βεβαιότητα. Όλοι ξέρουν. Όλοι έχουν αποφασίσει ποιος φταίει, ποιος είναι θύμα, ποιος είναι θύτης, ποιος είναι σωστός και ποιος λάθος. Η αμφιβολία δεν είναι χρήσιμη στην εξουσία. Δεν φτιάχνει στρατόπεδα, δεν γεννάει χειροκρότημα, δεν συσπειρώνει. Η αμφιβολία αφήνει χώρο. Και η ναρκισσιστική εξουσία δεν θέλει χώρο. Θέλει αντανάκλαση.

Θα ήταν εύκολο να σταματήσει κανείς εδώ. Να τοποθετήσει αυτόν τον μηχανισμό απέναντί του, στην πολιτική, στην εξουσία, στους ανθρώπους που κυβερνούν, και να αισθανθεί ασφαλής έξω από αυτόν. Μόνο που ίσως η εξουσία να μας βοηθά απλώς να δούμε σε μεγάλη κλίμακα κάτι που σε μικρότερη κλίμακα είναι πολύ δυσκολότερο να αναγνωρίσουμε. Εκεί η ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μηχανισμούς, χρήματα, επικοινωνιακά επιτελεία και τη δυνατότητα να επιβάλει τη δική της αφήγηση. Τι γίνεται όμως όταν αφαιρέσουμε όλα αυτά; Όταν μείνουν μόνο δύο άνθρωποι απέναντι ο ένας στον άλλον; Αλλάζει πράγματι ο μηχανισμός ή απλώς γίνεται πιο διακριτικός;

Μήπως κι εμείς ζητάμε κάποιες φορές από τον άλλον να μας στερεώσει; Να μας βεβαιώσει ότι αξίζουμε, ότι είμαστε επιθυμητοί, ότι δεν κάναμε λάθος, ότι είμαστε αυτοί που θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε; Και τι γίνεται όταν δεν το κάνει; Όταν απομακρύνεται, διαφωνεί, βαριέται, αλλάζει ή απλώς πάψει να μας κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο;

Μήπως τότε δεν χάνεται μόνο ο άλλος, αλλά και κάτι από την εκδοχή του εαυτού μας που υπήρχε μέσα στη σχέση; Γι’ αυτό άραγε το «μου λείπεις» είναι μερικές φορές πιο σύνθετο απ’ όσο ακούγεται; Μου λείπεις εσύ ή μου λείπει ο τρόπος που υπήρχα όταν ήσουν εδώ; Και το «σε θέλω» είναι πάντα επιθυμία για τον άλλον ή κρύβει μέσα του και την ανάγκη να συνεχίσω να είμαι επιθυμητός;

Όταν λέμε ότι θέλουμε τον άλλον όπως είναι, πόσο χώρο αφήνουμε πραγματικά σε αυτό το «όπως είναι»; Αν η ελευθερία του τον οδηγεί μακριά μας, αν η αλήθεια του μας πληγώνει, αν η ανάγκη του δεν συμπίπτει με τη δική μας, εξακολουθούμε να τη θέλουμε; Μπορούμε να δεχτούμε ότι ο άλλος είναι ξεχωριστός άνθρωπος και όχι ρόλος μέσα στη δική μας ιστορία;

Μάθαμε να μιλάμε για όρια, αυτονομία, προσωπικό χώρο, αυτοδιάθεση. Αλλά μήπως οι σωστές λέξεις δεν σημαίνουν πάντα και νέους τρόπους σχέσης; Μπορούμε να ζητάμε χώρο και να δυσκολευόμαστε όταν ο άλλος πάρει τον δικό του, να ζητάμε αποδοχή αλλά να ενοχλούμαστε όταν δεν μας βολεύει αυτό που έχουμε απέναντί μας, να υπερασπιζόμαστε την ελευθερία και ταυτόχρονα να πονάμε όταν η ελευθερία του άλλου δεν μας περιλαμβάνει.

Οι οθόνες έκαναν όλο αυτό πιο εύκολο και πιο μόνιμο. Κουβαλάμε πλέον το βλέμμα στην τσέπη μας και μαζί του την ανάγκη να ξέρουμε ποιος μας είδε, ποιος αντέδρασε, ποιος απάντησε, ποιος πρόσεξε την απουσία μας. Ακόμα κι όταν αποσυρόμαστε, συχνά φροντίζουμε να γίνει γνωστό ότι αποσυρθήκαμε. Η απουσία απέκτησε κι αυτή κοινό.

Η εμπειρία άρχισε έτσι να μπλέκεται με την αναπαράστασή της. Ζούμε κάτι και σχεδόν ταυτόχρονα το κοιτάζουμε απ’ έξω. Σκεφτόμαστε πώς φαίνεται, πώς θα ειπωθεί, πώς θα παρουσιαστεί, τι θα καταλάβουν οι άλλοι. Η εικόνα δεν συνοδεύει απλώς τη ζωή. Αρχίζει να την οργανώνει. Διαλέγουμε τι θα φανεί, τι θα μείνει έξω, τι θα φωτιστεί και τι θα χαθεί στο σκοτάδι.

Το ίδιο κάνουμε και στις ιστορίες που λέμε για εμάς. Όταν μιλάμε για μια σχέση, μια σύγκρουση, ένα παρελθόν, φτιάχνουμε αναπόφευκτα ένα μοντάζ. Κρατάμε περισσότερο χώρο για τη δική μας πληγή και λιγότερο για ό,τι περιπλέκει την αφήγησή μας. Δεν είναι πάντα ψέμα. Είναι ο τρόπος που οργανώνουμε όσα συνέβησαν ώστε να μπορούμε ακόμη να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα τους.

Γι’ αυτό η κριτική ακούγεται εύκολα σαν επίθεση, η διαφωνία σαν απόρριψη και η απόρριψη σαν προσβολή. Το «δεν σε θέλω» μπορεί να ακουστεί σαν «δεν αξίζεις» και το «διαφωνώ» σαν «σε ακυρώνω». Ο άλλος δυσκολεύεται να παραμείνει άλλος όταν η στάση του απέναντί μας καθορίζει τόσο πολύ το πώς αισθανόμαστε για εμάς.

Κάπως έτσι στενεύει ο χώρος του. Δυσκολευόμαστε να τον αφήσουμε να αγαπά χωρίς να συμφωνεί, να απομακρύνεται χωρίς να γίνεται εχθρός, να μη μας επιλέγει χωρίς να μετατρέπεται αυτό σε ετυμηγορία για την αξία μας. Η αυτονομία του γίνεται εύκολα προσωπική υπόθεση.

Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή που έχει μάθει να μετράει σχεδόν τα πάντα σε αντιδράσεις. Ποιος μας είδε, ποιος μας ακολούθησε, ποιος μας άκουσε, ποιος συμφώνησε, ποιος απάντησε. Η απουσία βλέμματος μπορεί πια να μοιάζει σχεδόν με εξαφάνιση. Δεν αρκεί να υπάρξεις· πρέπει να καταγραφεί ότι υπήρξες. Δεν αρκεί να χαρείς, να πονέσεις, να απομακρυνθείς. Κάπου πρέπει να υπάρχει το ίχνος.

Ακόμα και η μοναξιά χρειάζεται θεατές.

Και η φράση είναι λιγότερο ειρωνική απ’ όσο ακούγεται. Γιατί όταν ακόμη και η μοναξιά χρειάζεται κάποιον να τη δει, τότε πίσω από τη σιωπή υπάρχει και κάτι άλλο: ο φόβος μήπως, χωρίς το βλέμμα του άλλου, πάψουμε για λίγο να μετράμε.

Γι’ αυτό και ο πιο ενοχλητικός άνθρωπος μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο είναι εκείνος που αρνείται να παίξει αυτόν τον ρόλο. Εκείνος που δεν θα συμφωνήσει μόνο για να ανήκει, που δεν θα μικρύνει για να μεγαλώσει κάποιος άλλος, που δεν θα χαρίσει την πραγματικότητα για να προστατεύσει μια εικόνα.

Το δύσκολο, τελικά, δεν είναι να σπάσει ο καθρέφτης. Είναι να βρεθεί κάποιος που θα αρνηθεί να τον κρατήσει.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου