δημοσιεύτηκαν πρόσφατα...

Αρχείο

επισκέψεις

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013
Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια βασιλοπούλα. Δεν ήταν ούτε η σταχτοπούτα, ούτε η χιονάτη, ούτε η ωραία κοιμωμένη, αλλά ήταν όσο όμορφες ήταν και οι τρεις μαζί. Και ήταν η μόνη κόρη των γονιών της και η μόνη βασιλοπούλα, που ακόμα και οι πέτρες απ' άκρη σ'άκρη του βασιλείου την ήξεραν. Και η ομορφιά της, τόσο η ορατή όσο και η αόρατη, αυτή της ιδέας της και μόνο, ήταν τόσο μεγάλη, που μόνο με τον ήλιο που τα σκέπαζε όλα μπορούσε να συγκριθεί. Είχαν όλοι μάλιστα να το λένε για το τραγούδι της και κάθονταν γύρω από το μπαλκόνι της και την άκουγαν μαγεμένοι.
 Μια μέρα, ένας γίγαντας περνούσε από εκείνα τα μέρη, την ώρα που η βασιλοπούλα είχε βγει στο μπαλκόνι της  απέναντι από τον ήλιο που  έπεφτε και χτένιζε τα σγουρά μαλλιά της. Γούρλωσε ο γίγαντας τα μάτια του. Κοίταζε μία την κόρη, μία τον ήλιο και με το λειψό του το μυαλό σκέφτηκε ότι για να μπορεί να συγκριθεί σε λάμψη  κάτι με τον ήλιο, θα άξιζε όσο όλοι οι θησαυροί του κόσμου. Σταμάτησε το ταξίδι του ο γίγαντας το λοιπόν, άπλωσε το χέρι και πήρε την κόρη μαζί του. Όταν τον κοίταξε αυτή με τα τρομαγμένα μάτια της, αυτός, όλο σοβαρότητα της είπε:
"Εσύ μικρή μου αξίζεις πολλά, σου πρέπει κάποιος να σε προσέχει σαν τα μάτια του. Εγώ τώρα θα σε προσέχω και δε θα σε αφήσω να σε πειράξει κανείς."
Και ερωτεύτηκε η κόρη το γίγαντα, γιατί τέτοια λόγια δεν της είχε πει ποτέ κανείς. Και ανέβηκε στον ώμο του. Γιατί μπορεί να είχε χαθεί από το βασίλειο, το παιδικό της δωμάτιο, το μπαλκόνι, τους γονείς και τους ανθρώπους γενικότερα, αλλά από τόσο ψηλά δεν είχε δει ποτέ τον ήλιο. Καθόταν λοιπόν και συνήθισε τον ώμο του γίγαντα και όπως πήγαιναν και πήγαιναν, χτένιζε τα μαλλιά της και τραγουδούσε και ήταν τόσο όμορφη που θάμπωνε γίγαντες, ανθρώπους ακόμα και τον ήλιο που από τη λύπη του έπεφτε και χανόταν στον ορίζοντα. 
Ο γίγαντας τότε χαμογελούσε για την τόσο πολύτιμη επιλογή του, είχε ωστόσο άλλα σχέδια στο μυαλό του. Όταν έφτασαν στο βασίλειο των γιγάντων, που κανείς δεν είχε πατήσει εκεί, σταμάτησαν να περπατάνε. Ο γίγαντας γύρισε το κεφάλι του προς τη βασιλοπούλα και της είπε: "Εδώ είναι ο πύργος μου. Εδώ θα είναι το δικό σου σπίτι τώρα και εδώ θα σε βάλω να μη σε πειράζει κανείς." Έβαλε τη βασιλοπούλα στο χέρι του, τη σήκωσε, σκαρφάλωσε πάνω στον ψηλότερο πύργο του κάστρου του και την έβαλε εκεί στο μπαλκόνι.. "Εδώ θα είσαι πιο ψηλά από τον ήλιο", της είπε.
Η βασιλοπούλα ήταν ευτυχισμένη για την καλή της μοίρα και χαρούμενη για τον καλό προστάτη της. Έβγαινε τα απογεύματα, άπλωνε τα σγουρά μαλλιά της, κοίταζε τον ήλιο να πέφτει και τραγουδούσε. Και ο καιρός περνούσε, και όλο το βασίλειο των γιγάντων, όπου ακούγονταν το τραγούδι της έμαθε γι αυτήν. Έβλεπε αυτή από το μπαλκόνι της, τους γίγαντες που μαζεύονταν για να την ακούσουν, όπως γινόταν και στο παλιό της βασίλειο. Καθόταν κάθε απόγευμα και τους τραγουδούσε κοιτώντας τον ήλιο.
Όπως είπαμε ο γίγαντας είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του. Κάρφωσε πασσάλους γύρω γύρω από τον πύργο. Δε μπορούσε βέβαια η βασιλοπούλα να δει από τόσο ψηλά την είσοδο του φράχτη  και ότι εκεί ο γίγαντας καμαρωτός καμαρωτός, έστεκε και έκοβε εισιτήρια στους άλλους γίγαντες "για να δουν ένα κομμάτι ήλιου που αυτός στα ταξίδια του βρήκε και έφερε στα μέρη τους". Γιατί αυτό είχε στο μυαλό του ο άπληστος από την αρχή όταν της είπε για το πόσα αξίζει. Πλούταινε λοιπόν μέρα τη μέρα από την άγνοια της κόρης που δε μπορούσε να δει την αλήθεια και χαιρόταν.
Μια μέρα, η κόρη ξύπνησε  και βγήκε στο μπαλκόνι του πύργου. Κοίταξε κάτω, βλέπει το γίγαντα να σκαρφαλώνει. "Ήρθα να σου πω ότι πρέπει να φύγω. Θα κάνω ένα μεγάλο ταξίδι να φέρω προμήθειες για το χειμώνα που έρχεται. Θα είσαι ασφαλής εδώ ψηλά που σε έβαλα. Και θα μπορείς να βλέπεις από ψηλά τον ήλιο" , της είπε. Αυτή, έτσι ερωτευμένη όπως ήταν, πείστηκε από τα λόγια του γίγαντα, ότι τάχα μου θα την φροντίσει και είπε ότι θα τον περιμένει. Περνούσαν λοιπόν μέρες και μήνες, αυτή  έβγαινε πάντα την ίδια ώρα και χτενιζε τα μαλλιά της που μάκραιναν σγουρά, και έλαμπε όλο και πιο πολύ. Ο προστάτης της, την είχε αφήσει μόνη της, ωστόσο ήξερε ότι ακόμα και μόνη της, ήταν ασφαλής.
Ο χειμώνας  που θα έφερνε και τον γίγαντα πίσω ήρθε μόνος του. Και ένιωσε η βασιλοπούλα φυλακισμένη ανήμπορη και μόνη. Ακόμα και ο ήλιος, που ήταν η πηγή της χαράς και της μέχρι τότε ομορφιάς της, τις περισσότερες φορές που έπεφτε τον έκρυβαν τα σύννεφα. Και ξέχασε σιγά σιγά η κόρη να χτενίζει τα μαλλιά της. Μόνο έβγαινε και τραγουδούσε, μα το τραγούδι της ήταν πια λυπητερό.
Μια μέρα, περνούσε από εκεί ο Ηρακλής, ένας από τους λίγους ανθρώπους που θα τολμούσε να φτάσει σε τόσο τρομερά βασίλεια, από αυτούς που οι άνθρωποι λένε ή ήρωες ή τρελούς. Βλέπει στον φράχτη του πύργου την επιγραφή:

"ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΙ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΕΦΕΡΑ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟ. ΔΩΣΤΕ ΕΝΑ ΧΡΥΣΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΤΟ ΘΕΑΜΑ".

Κοίταξε μέσα στο φράχτη, τον ψηλό πύργο, όπου φαινόταν ότι είχε περάσει καιρός για να πατήσει κάποιος. Δίνει μια ο Ηρακλής με το ρόπαλό του και σπάει τη μεγάλη πέτρα που έκλεινε την είσοδο. Φτάνει στον πύργο, πιάνει τη σιδερένια πόρτα και τη λυγίζει. Ανέβαινε τις τεράστιες ατέλειωτες σκάλες και περίμενε να δει  κανένα απόκοσμο θέαμα από αυτά που είχε συναντήσει στα ταξίδια του.  Φτάνει στο τέρμα, ανοίγει την πόρτα και τι να δει; Η κόρη με τα μακριά σγουρά μαλλιά ετοιμαζόταν με τη χτένα στο χέρι να βγει στο μπαλκόνι. Γυρνά και η κόρη και τρομάζει. "Ποιός είσαι εσύ; Πώς έφτασες εδώ;",του είπε. "Εγώ είμαι ο Ηρακλής. Μα εσύ δεν είσαι ένα κομμάτι του ήλιου, είσαι ο ήλιος ολάκερος!", της είπε αυτός.
Και του είπε η κόρη ολόκληρη την ιστορία της, που την είχε κάνει τραγούδι ατελείωτο και λυπητερό.

Άκουσε ο Ηρακλής, και της λέει:
"Έλα μαζί μου, θα σε πάρω να φύγουμε, δεν είναι αυτό μέρος για ένα πλάσμα σαν κι εσένα.".
 Και πριν τελειώσει καλά καλά τη φράση του, η κόρη του λέει:
"Δεν έρχομαι εγώ μαζί σου. Με τα ίδια λόγια με πήρε από τους ανθρώπους ο γίγαντας και με έφερε εδώ. Εγώ όμως δε ζήτησα τίποτα από κανέναν.Το μόνο που θέλω είναι να χτενίζομαι  και να βλέπω τον ήλιο. Εσύ σε ποιό πύργο θα με βάλεις; Και πώς ξέρω εγώ ότι δε θα με αφήσεις πάλι μόνη μου; Εσύ είσαι σαν κι αυτόν, σε τόσα μέρη γυρνάς και  ποιός ξέρει ποιο φονικό ή συμφέρον θα καθορίσει κι εσένα τη μοίρα σου και θα σε χάσω."
Και της λέει ο Ηρακλής:
"Σε κανέναν πύργο δε σου πρέπει εσένα να σε βάζουν ήλιε μου.  Και ανέβηκα τόσο ψηλά για να σε βρω, όχι για να σε ξανακλείσω. Κανένα πλάσμα, άνθρωπος, γίγαντας, ακόμα και θεός δε μπορεί να καθορίσει τη μοίρα των άλλων. Και αν με ρωτάς, μόνη θέση που σου πρέπει εσένα  είναι εκεί ψηλά στον ήλιο. Αλλα εσύ είσαι αυτή που θα την αποφασίσεις. Κι αν είπα αυτά τα λόγια, τα  είπα γιατί ξέρω πολύ καλά το να είσαι μόνος ακόμα και αν σε δοξάζουν καθώς και το πώς είναι να σου καθορίζουν άλλοι τη μοίρα σου. Ξέρω πολύ καλά ότι και στις δύο περιπτώσεις μένεις μόνος. Κι εγώ τι νομίζεις; Σαν είναι πέτρα την εσπώ, σίδερο το λυγίζω, μα την παντέρμη αμοναξιά δεν την ενταγιαντίζω."

Γιατί αυτή ήταν η διαφορά του από το γίγαντα. Ο μόνος νόμος στον οποίο υπάκουε, δεν ήταν τάξη των πραγμάτων όπως αυτός την ήθελε και τον συνέφερε, αλλά η ελευθερία των πραγμάτων να καθορίζουν την τάξη τους. Έτσι αγαπούσε ο Ηρακλής τον κόσμο, πιο πολύ και από τον εαυτό του.
Μπορεί λένε σαν τρελός να ερωτεύτηκε την κόρη και να λαχταρούσε να ακούει όπου κι αν βρισκόταν το τραγούδι της. Ωστόσο δεν της το είπε, μόνο την πήρε και την κατέβασε από τον πύργο και από εκείνο το μακρινό βασίλειο. Και τότε λένε ότι αυτή, που πολλά είχε μάθει μέσα σε λίγες ώρες, αποφάσισε να ενώσουν τις μοίρες τους. Άλλοι πάλι λένε ότι με το που  κατέβηκε από τον πύργο, ευχήθηκε αυτή να ανέβει για πάντα στον ήλιο, για να μπορεί να  τον ακολουθεί στα ταξίδια του και να του τραγουδά και σε αυτόν τον κόσμο και στον επόμενο.

Αυτή λένε είναι η ευλογία των τρελών αυτού του κόσμου αυτός και ο πόνος τους: Όλο τον κόσμο μπορούν να γυρίσουν ανάποδα γι αυτούς που αγαπούν και μόνο η μοναξιά είναι αυτή που μπορεί να τους ρίξει κάτω.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου