δημοσιεύτηκαν πρόσφατα...

Αρχείο

επισκέψεις

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014


Μια φορά και έναν καιρό ένα ψάρι έφυγε από το κοπάδι του. Το γεγονός συνέβη σε κάποια γωνιά του απέραντου πελάγου. Κάποιο ρεύμα το πήρε μακριά από τους υπόλοιπους εκεί που κολυμπούσαν όλοι μαζί στα ρηχά.
 Είχε μάθει να κολυμπά μαζί με το κοπάδι του από τότε που γεννήθηκε. Είχε βρεθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη του ωκεανού, πάντα με άλλα δίπλα, μπροστά και πίσω του,  ποτέ ωστόσο δεν είχε βρεθεί μονάχο του.Και όσο κολυμπούσε δεν είχε ποτέ συναίσθηση ούτε του βάθους από κάτω του, ούτε των πιθανών κινδύνων γύρω. Συνήθως κολυμπούσαν όλα μαζί εκμεταλλευόμενα τα ρεύματα, που επιτάχυναν την κίνησή τους. Τώρα όμως ένα τέτοιο τους είχε χωρίσει.
Ήταν μικρό και ευέλικτο, όπως όλη η ράτσα του και θα μπορούσε να πει κανείς ότι μπροστά στην απεραντοσύνη αυτού του κόσμου, ένα τέτοιο μέγεθος είναι μάλλον αμελητέο. Όμως  μόνο αυτή η ράτσα μπορούσε να κολυμπήσει τόσο κοντά στην επιφάνεια.
Και αντίθετα με τους ανθρώπους που μετρούν τη σοβαρότητα και τη σοφία με το βάθος, φαίνεται ότι στην περίπτωση των ψαριών και των πλασμάτων της θάλασσας, τα πράγματα ήταν κάπως ανάποδα. Αυτά τα αφρόψαρα, όχι μόνο μπορούσαν να πάνε όπου ήθελαν ανεξαρτήτως βάθους, αφού κολυμπούσαν πάντα σχετικά ψηλά,όχι μόνο δεν τους τρόμαζε ούτε το σκοτάδι, ούτε το κύμα αλλά και μπορούσαν να νοιώσουν και να δουν ό,τι συνέβαινε πάνω από τη θάλασσα όταν έφταναν με το κολύμπι τους ακριβώς πάνω πάνω, ή ακόμα όταν πηδούσαν για κάποιες στιγμές έξω από τη θάλασσα. Αυτή η  ικανότητα λοιπόν, ακόμα και αν δεν την ανακάλυπταν ποτέ στη σύντομη ζωή τους, στην πραγματικότητα τα έκανε εν δυνάμει τα πιο σοφά πλάσματα της θάλασσας.
Η δεύτερη διαφορά με τους ανθρώπους, ήταν αυτό που μόλις είπαμε, ότι οι βαθιοί άνθρωποι, εννοώντας τους σοφούς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τις περισσότερες των στιγμών τους έχουν τη σοφία τους όπως τα τσουβάλια που κουβαλούν στην πλάτη τους. Όταν ανοίγουν το στόμα τους λοιπόν, είναι σα να αδειάζουν λίγο από αυτό το φορτίο, μιλάνε για να πουν κάτι σοφό οπωσδήποτε. Στην πλειοψηφία τους όμως τα αφρόψαρα, γεννιόντουσαν και πέθαιναν μη έχοντας μάθει τη σοφία τους. Και παρεμεναν ανάλαφρα, αφελή, μοναδικά και αόρατα να κολυμπούν πάντα ψηλά, χωρίς συνήθως να γίνονται αντιληπτά από τα μεγάλα ψάρια ούτε και από τους ανθρώπους, και κυρίως χωρίς να υπάρχει καμία ανάγκη και κανένα φορτίο να κουβαλήσουν για να αποδείξουν τη σοφία τους. 
Ξαναγυρίζουμε στο ψάρι. 
 Έμεινε για μια στιγμή μετέωρο στο νερό που το πήγαινε εδώ και εκεί. Δεν κολυμπούσε, δεν προσπαθούσε να αντισταθεί, μόνο αφέθηκε να παρασύρεται, λες και ήταν κάποιο αντικείμενο.
Μετά από τις πρώτες στιγμές, άρχισε ξανά να κινείται. Δεν είχε που να πάει. Άρχισε να κολυμπά νωχελικά και να αντιστέκεται στο ρεύμα, ίσα για να μπορεί να σταθεί σχετικά ακίνητο. Έπρεπε να ταξιδέψει μόνο του. Ίσως έτσι μπορούσε να βρει τους δικούς του, ή τουλάχιστο ένα νέο κοπάδι.
Όπως ήταν στο ένστικτό του, κολύμπησε μέχρι την επιφάνεια, που ήταν και πιο κοντά. Με το που έφτασε εκεί, και κοίταξε, ίσα που είδε κάτι που επέπλεε να πέφτει κατά πάνω του με δύναμη. Αφού το απέφυγε με τη γνωστή του ευελιξία και κατάφερε να απομακρυνθεί, είδε τη μεγάλη πλαστική βάρκα με έναν πιτσιρικά πάνω που καμάρωνε ουρλιάζοντας προς την ακτή, να παρασέρνεται από τα κύματα.
"Παράξενο πλάσμα", σκέφτηκε. 

"Τόση προσπάθεια, τόση βία απλά για να επιπλέυσει. Και τί νόημα έχει να επιπλέει κάποιος, αν δε βραχεί κι όλας; Καλά αυτός πώς αναπνέει; Α, δε θα κάνω χωριό με αυτόν."

Έπειτα κολύμπησε προς τα κάτω μέχρι που συνάντησε το βυθό που δεν ήταν τόσο μακριά. Είχε πέτρες και  βράχια, αλλά όχι βλάστηση του βυθού, μας και την είχαν τσακίσει τα ρεύματα. Κάπου εκεί στις πέτρες, είδε κάτι μαύρο με αγκάθια. Το πλησίασε όσο μπορούσε, μέχρι που άκουσε το εξής:
-"Μη με πλησιάζεις!"
-"Ποιός; Εγώ;"
-"Ναι εσύ. Είσαι μικρό και θα μπλεχτείς στα αγκάθια μου. Μείνε μακριά"
-"Και τι κάνεις εσύ εδώ;"
-"Είμαι αχινός"
-"Και γιατί είσαι εδώ κάτω;"
-"Εδώ ζούμε εμείς οι αχινοί. Ανάμεσα στις πέτρες,  κρυμμένοι στα βαθιά νερά. Και δεν αφήνουμε κανένα να μας αγγίζει, τον τρυπάμε με τα αγκάθια μας."
-"Και δεν έχεις δει ποτέ τον ήλιο;"
-"Τον ποιόν;"
-"Τον ήλιο, την επιφάνεια, τα ρεύματα του νερού;"
-"Δεν ξέρω τι είναι όλα αυτά που μου λες. Εμένα αυτό που με νοιάζει είναι να είμαστε προστατευμένοι και να μη μας αγγίζει κανείς. Έτσι επιβιώνουμε. Έτσι ζούμε τόσα πολλά χρόνια"
Το αφρόψαρο απομακρύνθηκε.

"Τόση προσπάθεια, τόση βία, απλά για να μείνει καρφωμένο στο βυθό και να μην πεθάνει. Και τι νόημα έχει να μένει κάποιος ζωντανός αν δεν κινείται, αν δεν κολυμπά, αν δε φτάνει ποτέ στην επιφάνεια; Καλά αυτός πώς μπορεί να ζει όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο φόβο; Δεν κάνω χωριό ούτε με αυτόν."

 Ξανανέβηκε προς τα πάνω. Πρόσεξε μήπως προσγειωθεί κάτι απότομα πάνω του και ανέβηκε όσο πιο κοντά στην επιφάνεια μπορούσε. Κοίταξε έξω. Είδε ένα χαμόγελο.
Ένας άνθρωπος το κοιτούσε ακίνητος και στεκόταν απέναντί του. Έδειχνε φιλικός. Πρόσεχε πώς κινούσε τα χέρια και τα και τα πόδια του ώστε να μην το χτυπήσει και το παρατηρούσε καλά καλά. Το αφρόψαρο ξεθάρεψε, και άρχισε να κάνει τα δικά του παιχνίδια. Τον κοίταζε και αυτό, κολυμπούσε όλο και πιο κοντά του, ανταποδίδοντας τη φιλικότητα και τη χαρά του.
"Εδώ είμαστε", σκέφτηκε.
"Τι όμορφο που είσαι; τι ψάρι θα γίνεις εσύ;" , του είπε ο άνθρωπος.
Το αφρόψαρο δεν απάντησε, μόνο τον πλησίασε κι άλλο.
Παίζανε μαζί για κάποια ώρα. Ο άνθρωπος πλησίαζε κι αυτός όλο και περισσότερο το ψάρι, και αυτό προσπαθούσε να μείνει ακίνητο κοντά του. Έπειτα βουτούσαν και οι δύο μαζί προς τα βαθιά και πάλι στην επιφάνεια. Έδειχναν και οι δύο να χαίρονται τη θάλασσα σε όλα της τα βάθη και να μη φοβούνται τίποτα. Το αφρόψαρο ήταν εντελώς χαρούμενο και αφημένο, όπως όταν κολυμπούσε με το κοπάδι του.
"Αυτός είναι για μένα. Κατ'αρχή με πρόσεξε, τόσο μικρό που είμαι. Και παρά το ότι είναι τόσο μεγάλος, ξέρει πώς να με προστατέψει και πώς να κάνουμε παρέα. Δε φοβάται να βραχεί ούτε να τον πλησιάσουν. Και το κυριότερο, πηγαίνει παντού, τόσο βαθιά, όσο και στην επιφάνεια, όπως κι εγώ. Πόσο τυχερός είμαι που τον βρήκα.  Και δείχνει να ψάχνει κι αυτός το κοπάδι του. Μακάρι να υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι. Θα κολυμπούμε μαζί όλη μέρα.", σκεφτόταν. 
Κολύμπησαν μαζί από εδώ και από εκεί και πάντα ο άνθρωπος γυρνούσε να δει αν τον ακολουθούσε και αν ήταν καλά. Το αφρόψαρο κολυμπούσε μία δίπλα του, μία πίσω του και μία μπροστά του. Όλα έδειχναν ότι θα περνούσαν μαζί από εδώ και πέρα.
Ωστόσο η ώρα πέρνούσε και ο άνθρωπος έβγαινε όλο και περισσότερο πιο ρηχά. Τώρα πια δεν κολυμπούσε, μόνο πατούσε στα πόδια του, όσο πλησίαζε στο σημείο που χτυπούσε το κύμα. Το αφρόψαρο δε σταματούσε να τον ακολουθεί αμέριμνο. 
Ο άνθρωπος άρχισε να πετάει νερά προς το αφρόψαρο και να το σπρώχνει προς τα μέσα. Έγινε ξαφνικά απότομος. Αυτό ωστόσο τον πλησίαζε όλο και πιο πολύ.
"Δεν πρέπει να είσαι εδώ. Δεν υπάρχουν ψάρια στη στεριά." είπε ο άνθρωπος, στήλωσε τα πόδια και σηκώθηκε όρθιος. Το νερό τον έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Περπάτησε και  βγήκε προς τα έξω. Το αφρόψαρο τον κοιτούσε έκπληκτο και παραλίγο ένα μεγάλο κύμα που έσκαγε εκείνη την ώρα να το πετάξει έξω από τη θάλασσα. 
Με πολλή προσπάθεια κατάφερε να κρατηθεί ζωντανό.

Έτσι το αφρόψαρο έμαθε, ότι εκτός από τη θάλασσα, υπάρχει και η στεριά.

Εκεί δεν υπάρχει βυθός, μόνο επιφάνεια. Αυτό εξηγούσε το γιατί  όλοι οι άνθρωποι ξέρουν καλά να επιπλέουν. Μόνο που όταν επιπλέει κανείς στη στεριά δε βλέπει σχεδόν τίποτα. Ίσως για να τα δει κανείς όλα αυτά, απλά πρέπει να βρεθεί στην επιφάνεια της θάλασσας.  Η σοφία των ανθρώπων, όπως και η βία και ο φόβος ακόμα και η αναπνοή τους, βασίζονται στα "πρέπει" τους. Μπροστά σε αυτά, ακόμα και οι πιο ξεχωριστοί από τους ανθρώπους υποκύπτουν.

Αυτά έζησε το αφρόψαρο και έμαθε τη σοφία του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου