Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017


Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια τραμπάλα. Έστεκε μόνη της στη μέση μιας απλής παιδικής χαράς, στη μέση μιας πλατείας. Δεν ήταν το πιο δημοφιλές παιχνίδι, μιας και οι περισσότεροι προτιμούσαν είτε την τσουλήθρα, είτε τις κούνιες που αποτελούσαν με το σκάμμα τον πιο δημοφιλή προορισμό. Και η τραμπάλα είχε τους δικούς της οπαδούς,ενώ υπήρχαν άλλοι που είτε τη φοβούνταν, είτε τη θεωρούσαν πολύ απλή για τα γούστα τους, ή την απέφευγαν...

Αυτή είναι μια μέρα λοιπόν μιας τραμπάλας.
Ήταν νωρίς το πρωί. Ένα μικρό παιδί πλησίασε χαρούμενο την τραμπάλα. Έτρεχε κατά πάνω της έχοντας ξεφύγει από τον έλεγχο της μάνας του, που το είχε αφήσει στο σκάμμα να παίζει. Λίγο πριν φτάσει κοντά της, ένα χέρι το άρπαξε από τη μπλούζα και το τράβηξε ξανά προς τα κουβαδάκια του λέγοντας: " Όχι στην τραμπάλα! Θα χτυπήσεις!"

Λίγο μετά δύο άλλα παιδάκια, λίγο μεγαλύτερα, κατευθύνθηκαν προς την τραμπάλα. Το ένα κάθισε στην πλευρά της που ακουμπούσε το έδαφος, το άλλο προσπάθησε να σκαρφαλώσει στην άλλη μεριά και με τα πολλά τα κατάφερε. Το βάρος του ωστόσο δεν ήταν αρκετό ώστε να ισορροπήσει η τραμπάλα παρά τις όποιες προσπάθειες έκανε και το άλλο παιδί. Μετά από πολλές προσπάθειες, αυτό που ήταν πάνω κατέβηκε πολύ προσεκτικά και τα δυο παιδιά εγκατέλειψαν την τραμπάλα....

Λίγες ώρες μετά, δύο ακόμα μεγαλύτερα παιδιά, μόλις είχαν σχολάσει από το σχολείο και πέρασαν από την παιδική χαρά. Αυτά γνώριζαν λίγο καλύτερα πώς να τη χρησιμοποιήσουν και πριν ανέβουν σε αυτή, την έφεραν σε ισορροπία, ώστε να μπορούν και τα δύο να ανέβουν. Έπειτα, σήκωσαν τα πόδια τους και η τραμπάλα έγειρε προς το μέρος εκείνου, που ήταν πιο βαρύ. Όμως, όσο και αν προσπάθησαν να την ξανασηκώσουν, δεν τα κατάφεραν. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, το ένα, αυτό που ήταν στο έδαφος,  άρχισε να κοροϊδεύει αυτό που είχε μείνει ψηλά, και το απειλούσε ότι θα το γκρεμίσει από την τραμπάλα. Με τα πολλά, το φοβισμένο παιδί κατέβηκε  από την τραμπάλα χωρίς να πέσει και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι του...

Η τραμπάλα έμεινε άδεια ξανά. Ένα παιδί, που τόση ώρα παραμόνευε και κοιτούσε μία την παιδική χαρά και μία το δρόμο, αφού βεβαιώθηκε ότι όλα τα παιδιά είχαν επιστρέψει από το σχολείο και  δεν υπήρχε κανείς άλλος να περάσει, πλησίασε προς την τραμπάλα. Κάθισε στην πλευρά της που βρισκόταν στο έδαφος, και κοίταξε επίμονα την άλλη, άδεια πλευρά. Πρώτα σήκωσε τα πόδια του μέχρι να έρθει σε ισορροπία, μετά στις μύτες των ποδιών του, μετά έπεσε ξανά στο έδαφος, χωρίς βιαστικές κινήσεις, μελετώντας θα έλεγε κανείς τη κάθε κατάσταση και αυτό που του προκαλούσε. Έκανε τραμπάλα μόνος του μέχρι που...

...ένα χέρι τον κατέβασε με δύναμη στο έδαφος. Έκανε να γυρίσει και πριν προλάβει να δει ποιος ήταν, κάτι τον ανέβασε ψηλά, χωρίς να λογαριάζει αν κρατιόταν από τη λαβή. Μια παρέα από μεγαλύτερα παιδιά, που τον είχαν πάρει είδηση, είχαν εισβάλλει στον κόσμο του, τον είχαν παγιδεύσει σε αυτόν και δεν τον άφηναν να φύγει. Λίγες στιγμές μετά, βρέθηκε σωριασμένος στο έδαφος. Τον είχαν γκρεμίσει εκεί, είχε χτυπήσει τα γόνατά του. Κοίταξε την τραμπάλα, την είχαν βγάλει και αυτή από τη θέση της. Σηκώθηκε, έφτιαξε πάλι την τραμπάλα, τη χάιδεψε λίγο, τίναξε τα ρούχα του και άρχισε να περπατάει ήσυχος μακριά της.

Ο ήλιος σιγά σιγά έπεφτε και η κίνηση στην πλατεία και στους γύρω δρόμους αραίωνε, μιας και οι άνθρωποι κλείνονταν τότε στα σπίτια τους. Ο φωτισμός στην πλατεία ήταν περιορισμένος και στην παιδική χαρά υπήρχε σχεδόν σκοτάδι. Εκείνη τη στιγμή, δύο άνθρωποι, σαφώς μεγαλύτεροι από όλους τους προηγούμενους, έφτασαν στην τραμπάλα, και κάθισαν σε αυτή. Αυτοί δεν είχαν τα προβλήματα των προηγούμενων. Ήξεραν πώς να τη φέρουν σε ισορροπία και πώς να συνεργαστούν, ώστε να την ανεβοκατεβάσουν. Μόνο που δεν ανεβοκατέβηκαν για πολύ. Έμεναν μόνο σε ισορροπία. Για κάποιο λόγο έμεναν σε ισορροπία, σα να τους έδινε κάτι αυτό. Κάθονταν ακριβώς στις άκρες της,  και ούτε μιλούσαν, ούτε  πλησίαζαν ο ένας τον άλλον. Μόνο κρατούσαν την τραμπάλα σε ισορροπία, χωρίς να τους απασχολεί τι συμβαίνει γύρω τους.

Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και η τραμπάλα ήταν άδεια ξανά. Ένας άνθρωπος πλησίασε μέσα στο σκοτάδι την τραμπάλα και έδειχνε ότι ξέρει πολύ καλά τα κατατόπια. Δεν κάθισε ούτε στη πλευρά της που ήταν στο έδαφος, ούτε κατέβασε την άλλη πλευρά, μόνο κάθισε στη βάση της. στη μέση της και έβαλε τα χέρια του αριστερά και δεξιά. Την ίδια στιγμή που βρισκόταν εκεί, έδειχνε κάτι άλλο να τον απασχολούσε. Κοιτούσε στη γωνία του δρόμου λες και κάτι περίμενε. Έπειτα κοιτούσε τις κούνιες, το σκάμμα, την τσουλήθρα, τα άδεια παγκάκια. Τα χέρια του ήταν όπως είπαμε στις πλευρές της τραμπάλας και ήταν αρκετά μεγάλος ώστε.. Έφερε την τραμπάλα με τα χέρια του σε ισορροπία και έμεινε καθισμένος στη μέση της.

Το άλλο πρωί η τραμπάλα έλειπε, είχε μείνει μόνο η βάση της. Οι περισσότεροι πίστεψαν ότι κάποιος πήρε το υπόλοιπο για σιδερικά. Που να φανταστούν ότι κάποιος την είχε πάρει σπίτι μαζί του...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου