Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

μήπως μπορώ ό,τι θέλω;



Πάντα πίστευα ότι η ευγένεια είναι ο τρόπος για να επικοινωνώ με τους άλλους Όταν ερχόμουν σε δύσκολη θέση κατάλαβα ότι αυτό ερμηνεύτηκε ως αδυναμία. Δοκίμασα λοιπόν να αντιδράσω, να κάνω όσα λένε ότι λυτρώνουν, να πω, να φωνάξω, να ξεσπάσω. Υπήρξα για πολύ καιρό θυμωμένος, κυρίως σε επιφυλακή, αμυντικός.  Κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν με πήγε πουθενά, με άφησε πιο άδειο. Αρχικά έμαθα να μην ξυπνάω πράγματα που δεν ξέρω αν μπορώ να ξανακοιμίσω, Μετά κατάλαβα ότι το χαμόγελο είναι όπλο που πανικοβάλλει, που ανατρέπει. Πίσω από αυτό βλέπω, και το να βλέπω μου φτάνει. Το χαμόγελο είναι ο δρόμος προς την καθαρότητα, προς το φως.  Και  είναι αυτή η καθαρότητα που έρχεται όχι τόσο σαν λύτρωση αλλά κυρίως σαν αφαίρεση,  παραμερίζει τις διαρκείς εξηγήσεις, τις προσδοκίες, τις περιττές συγκρούσεις, με αφήνει να αναπνεύσω.

Ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αναλώνονται στην αδυναμία τους, άνθρωποι  μόνιμα θυμωμένοι. Τους βλέπω γύρω μου. Επικαλούνται τη φυσιολογικότητα της οργής τους. Έχουν ανάγκη να επιβάλουν αυτό που θέλουν και να τραβάνε την προσοχή. Ζητάνε συχνά συγνώμη.Θυματοποιούνται. Καταλήγουν τελικά να κάνουν ό,τι μπορούν για να τους αποφύγεις ή για να τους φοβάσαι. Τους λυπάμαι για την ενέργεια που σπαταλούν, την αγωνία τους, τη δύναμη που χάνεται σε μάχες που δεν μπορούν να κερδίσουν, για τον χρόνο και την ένταση με την οποία εξαντλούνται χωρίς να βρίσκουν διέξοδο. Τους λυπάμαι κυρίως για το σκοτάδι που γεννιέται μέσα τους, το δηλητήριο που ποτίζουν τους άλλους και γι αυτή την απουσία της ενσυναίσθησης και των όσων προκαλούν γύρω τους. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για θυμό αλλά για βαθιά λύπη.

Έχω υπάρξει και εγώ και πολύ καιρό λυπημένος. Λυπημένος για όσα δεν κάνω, για τις κινήσεις που αφήνω στη μέση, για τις εκδοχές μου που δεν δοκιμάζω ποτέ. Στην πραγματικότητα είμαι καλά με τα λίγα και τα ήσυχα, με όσα δεν κάνουν θόρυβο και δεν ζητούν εξηγήσεις. Με σώζουν οι μικρές μετακινήσεις, όχι αυτές που αλλάζουν τη ζωή, αλλά εκείνες που αλλάζουν τη μέρα, να στρίβω σε δρόμο που δεν είχα λόγο να πάρω, να περπατάω χωρίς προορισμό, να σταματάω κάπου που δεν με περιμένει κανείς και να αφήνω τον χρόνο να περνά χωρίς να του ζητάω να αποδώσει. Εκεί, χωρίς προσπάθεια, κάτι μέσα μου μαλακώνει, όχι για να φύγει, αλλά για να σωπάσει όσο χρειάζεται, σαν τη λύπη που δεν θέλει να ξυπνήσει, μόνο να μείνει ήσυχη, να ανασάνει και να ξεχαστεί λίγο μέσα στο φως.

Δεν θυμώνω πια εύκολα, όχι γιατί δεν υπάρχει λόγος αλλά γιατί πριν από τον θυμό υπάρχει κάτι άλλο. Έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει μέσα μου ένα βάρος που κάθεται χαμηλά και δεν θέλει να μετακινηθεί, και το έχω μάθει πια, ξέρω πώς να κινούμαι γύρω του χωρίς να το ταράζω. Αν το αγγίξεις, δεν φωνάζει, απλώνεται και αλλάζει τον ρυθμό μου, τη σκέψη μου και τον τρόπο που υπάρχω μέσα στον χώρο, γι’ αυτό προσέχω, όχι τους άλλους αλλά εμένα, προσέχω πού στέκομαι, τι λέω, πότε ανοίγω το στόμα μου και πότε το κρατάω κλειστό, δεν είναι καταπίεση, είναι γνώση του κόστους, είναι ενσυναίσθηση. 

Δε θέλω να είμαι υποχρεωτικά χαρούμενος ούτε υποχρεωτικά ήρεμος.  Ούτε λέω ότι δεν υπάρχει χώρος για έντονα συναισθήματα. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μη χαθεί η ισορροπία που χτίζω σιωπηλά. Δεν θέλω να βαφτίζω  ούτε το θυμό, ούτε τη λύπη ανθρωποσύνη. Ούτε θέλω να δικαιολογώ  με κάθε τρόπο τον εαυτό μου. Δεν είμαι εγώ αυτό. 

Τόσα θέλω και ακόμα περισσότερα, μόνο που δεν ξέρω τι μπορώ.  Ή μήπως μπορώ ότι θέλω;

(ο τίτλος και η φράση στο τέλος είναι από τον "Άμλετ" του William Shakespeare)


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου