εντός, εκτός, και επι τα αυτά
Υπάρχει ένα σπίτι μέσα μου.
Το λέω σπίτι, αλλά για χρόνια ένιωθα ότι είναι κάτι ανάμεσα σε σπίτι και σταθμό αναμονής. Ένα μέρος φτιαγμένο για να υποδέχεται κόσμο, να προσφέρει φως και ζεστασιά, αλλά ταυτόχρονα να μην κουράζει κανέναν. Όχι επειδή το ήθελα εγώ έτσι, αλλά επειδή πίστευα ότι μόνο έτσι θα με αγαπήσουν.
Το έχτισα με μεγάλα παράθυρα, όχι για επίδειξη, αλλά για να βλέπουν οι άλλοι, να με βλέπουν ολόκληρο και να μείνουν. Η πόρτα του ήταν πάντα έτοιμη να ανοίξει — όχι για να προσκαλεί κανέναν, αλλά για να μην αισθανθεί κανείς την ανάγκη να φύγει. Τα δωμάτια ήταν φωτεινά και καθαρά, λίγο πιο ήσυχα απ’ όσο πραγματικά ήθελα, για να μην φοβηθούν τον θόρυβο της ζωής μου. Έμαθα να προσαρμόζομαι: να χαμηλώνω τα φώτα, να βγάζω έπιπλα από τη μέση, να περιμένω υπομονετικά.
Και μπήκαν άνθρωποι.
Άνθρωποι που στάθηκαν για λίγο στο κατώφλι, κοίταξαν γύρω τους και ζεστάθηκαν, που κάθισαν στον καναπέ για λίγο, αλλά δύσκολα έβγαζαν τα παπούτσια τους ή άφηναν τις βαλίτσες τους κάτω. Άνθρωποι που ήρθαν να ξεκουραστούν, όχι να μείνουν. Και εγώ τους καταλάβαινα. Έλεγα: ίσως δεν είναι έτοιμοι, ίσως χρειάζονται χρόνο. Μπορώ να περιμένω.
Και περίμενα.
Μετρούσα την αξία του σπιτιού μου με το αν κάποιος γύριζε.
Άλλαζα τη διάταξη όταν ένιωθα ότι κάποιος αισθανόταν άβολα.
Χαμήλωνα το φως όταν η παρουσία μου ίσως τον τρομάζει.
Μέσα σε όλα αυτά, δεν αναγνώριζα ότι σταδιακά έχανα την επαφή με τον ίδιο μου τον χώρο.
Δεν καθόμουν πια μέσα του. Στεκόμουν.
Δεν ξεκουραζόμουν. Παρατηρούσα.
Το σπίτι μου έγινε κάτι που διαχειριζόμουν προσεκτικά, σαν να κρατούσα μια ισορροπία για να μη φύγει κανείς.
Και κάποια στιγμή κουράστηκα.
Όχι από τους άλλους — από εμένα.
Από το να προσαρμόζομαι συνεχώς, να μειώνω τον εαυτό μου, να νομίζω ότι η αγάπη εξαρτάται από το πόσο σωστά μπορώ να είμαι.
Κουράστηκα να μπερδεύω την αγωνία με το νοιάξιμο, τη δική μου ανάγκη με την προσοχή των άλλων.
Τότε άρχισα να κάνω μικρά πράγματα που πριν μου φαινόντουσαν αδύνατα.
Έκλεισα λίγο την πόρτα. Όχι για να αποκλείσω κάποιον, αλλά για να ακούω πότε χτυπάει πραγματικά.
Άφησα το φως όπως είναι.
Άφησα στους τοίχους ό,τι με κάνει εμένα, ό,τι με θυμίζει και με στηρίζει, χωρίς να ζητώ άδεια.
Δεν ήταν πάντα εύκολο.
Υπήρχαν μέρες που το σπίτι έμοιαζε άδειο, που η σιωπή ήταν πιο έντονη από τη φωνή μου. Αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος, αν θα έπρεπε να τρέξω ξανά στην πόρτα και να ψιθυρίσω: Μπορώ να γίνω λιγότερο, αν χρειάζεται;
Αλλά δεν το έκανα.
Έμεινα μέσα.
Άρχισα να κάθομαι στον καναπέ χωρίς να κοιτάζω το ρολόι.
Άρχισα να ζω το σπίτι μου χωρίς να περιμένω κάποιον να το ενεργοποιήσει ή να το εγκρίνει.
Τώρα, όταν κάποιος πλησιάζει, δεν αλλάζω τίποτα.
Αν μπει, θα δει το φως όπως είναι.
Αν νιώσει άβολα, δεν θα τον πείσω.
Αν φύγει, δεν θα τον κυνηγήσω.
Γιατί το σπίτι μου δεν είναι πια κάτι που προσφέρω για να αγαπηθώ.
Είναι κάτι που κατοικώ.
Και μέσα σε αυτό το σπίτι, είμαι ολόκληρος: αγαπώ χωρίς να παρακαλώ, περιμένω χωρίς να χάνομαι, στέκομαι όπως μπορώ. Οι τοίχοι μου είναι εκεί, όχι για να με κρύβουν, αλλά για να ανακαλύψει κανείς τι βρίσκεται μέσα.
Ζώντας εντός, εκτός και επί τα αυτά, αφήνω τον χώρο μου να δείξει ποιος είμαι.
Και ποιος ξέρει αν θα γίνει έφοδος ή έξοδος, ποιος θα προλάβει να τους γκρεμίσει πρώτος;
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου