δημοσιεύτηκαν πρόσφατα

επισκέψεις

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012



 Ήταν ξημέρωμα.Μετά από ώρες ύπνου σηκώθηκε από τη θέση του και βγήκε στο κατάστρωμα.Είχε χρόνια να πάει στο νησί ,να δει τα μέρη που πήγαινε μικρός,να θυμηθεί.Κι όμως ήξερε να περπατήσει στη σωστή μεριά του πλοίου όπου σε λίγο θα ξεφύτρωνε,λες και από το πουθενά, το νησί του.Και με το που ακούμπησε στο κάγκελο,κουμπώνοντας τη ζακέτα που φορούσε,ο ήλιος βγήκε σιγά σιγά και φώτισε το νησί,με τα βράχια στη μια πλευρά,και το μεγάλο φάρο που δέσποζε στο ακρωτήρι.Το καράβι, θα έκανε το γύρο του νησιού -πάντα του άρεσε που έβλεπε όλο το νησί πριν ακόμα φτάσει- και θα έφτανε στην άλλη πλευρά,που οι βράχοι έδιναν τη θέση τους στο φυσικό λιμάνι,παλιό στέκι πειρατών, ψαράδων και σφουγγαράδων,που ήταν η μοναδική ασφαλής πρόσβαση  από θάλασσα, ανάμεσα στα βράχια.Είχε φύγει από το νησί μικρό παιδί σχεδόν,κάθε καλοκαίρι πήγαινε εκεί, είχε σχεδόν ξεχάσει πώς ήταν.
Θεωρητικά είχε έρθει στο νησί για δουλειές. Ήθελε να μαζέψει στοιχεία και ντοκουμέντα από ένα χωριό του νησιού, στην πίσω μεριά στα βράχια,και να τα φέρει πίσω στο εργαστήριο του πανεπιστημίου όπου δούλευε για μια δουλειά που προετοίμαζαν.Ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος για τη δουλειά του είχαν πει.
Αυτό το ταξίδι όμως σήμαινε πολλά γι αυτόν.Ανέβηκε στο λεωφορείο για τη χώρα και γρήγορα έφτασε πάνω.Μπήκε στα σοκάκια και δεν άργησε να ανέβει για το σπίτι της γιαγιάς.Έμοιαζε σα χαμένος λίγο,χαιρέτησε δύο κυρίες που γυρνούσαν από την κυριακάτικη εκκλησία.Έφτασε στα σκαλιά του σπιτιού μπροστά από την αυλόπορτα.Μπήκε στο σπίτι .Άνοιξε τα παράθυρα.Ανέβηκε πάνω και άκουσε τον ήχο του πατώματος που έτριζε.Ξανακατέβηκε.Είχε φέρει μαζί του καφέ και γκαζάκι.Η μυρωδιά του καφέ ήταν ένα φυσικό κομμάτι του παζλ αυτού του σπιτιού.Έκατσε στο μπαλκόνι μπροστά στον κήπο.Έβγαλε έξω την κουνιστή καρέκλα και έκατσε.Μετά από κάποιες γουλιές καφέ του βγήκε η κούραση και ο ύπνος τον πήρε γλυκά.
Τον ξύπνησε ο ήλιος που έπεφτε στα μάτια του καθώς βούταγε στη θάλασσα και το κρύο της νύχτας που ερχόταν.Πόσες ώρες είχε μείνει εκεί;Σηκώθηκε να ξεπιαστεί.Πήγε μέσα κι έριξε  λίγο νερό στο πρόσωπό του.Μετά έκλεισε τα παντζούρια,έβαλε κάτι πιο βαρύ πάνω του, και βγήκε έξω.Ανηφόρισε για το καφενείο, στην πλατεία.Έλπισε ότι εκεί θα έβρισκε κάτι να βάλει στο στόμα του, μιας και η μέρα είχε περάσει και δεν είχε κάνει ψώνια.Έλπιζε κρυφά ότι θα βρει εκεί την άκρη του νήματος.Τα πράγματα στην πλατεία ήταν σχεδόν όπως τα είχε αφήσει.Μόνο ένα κλειστό περίπτερο χαλούσε την εικόνα που είχε μικρός.Θυμήθηκε αμέσως και τη μυρωδιά που έβγαινε από το καφενείο,τη μυρωδιά της τηγανητής πατάτας που τον κυνηγούσαν να τον ταΐζουν ατέλειωτα καλοκαίρια. Εκτός από τη μυρωδιά, από το καφενείο έβγαινε μουσική.Πλησίασε να αναγνωρίσει τους στίχους:" Η νύχτα είναι παγερή, και σιγοψιχαλίζει, και στην απέναντι γωνιά, το καπηλειό,το καπηλειό φωτίζει...". Χαμογέλασε και σκέφτηκε τι στιγμές βγαλμένες από ταινίες φτιάχνει η ζωή.
Άνοιξε την πόρταΠαρατήρησε το χώρο γύρω του.Ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει.Η μουσική ποτέ δεν είχε λείψει από το χώρο, τα πρόσωπα άλλαζαν.Παρά λίγο να ζητήσει από κάποιον να τον τσιμπήσει, παρά λίγο να κοιτάξει αν φοράει τα κοντά παντελόνια που φορούσε μικρός.Είδε πέντε δέκα ανθρώπους χαμογελαστούς,οι περισσότεροι μεγάλης ηλικίας, δύο τρεις από αυτούς ήταν νέοι, αυτοί έπαιζαν και τραγουδούσαν.Αφού τον κοίταξαν όλοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια, του χαμογέλασαν.Έκατσε σε ένα τραπέζι μόνος.Ένας νέος άντρας, λίγο μικρότερος από αυτόν τον πλησίασε με μία κανάτα κρασί και ένα πιάτο με μεζέ.
"Καλωσήρθες.Δεν ξέρω πώς βρέθηκες εδώ,σου έφερα  ό,τι έχουμε. Άπαξ και μπήκες εδώ,είσαι ένας από εμάς.Και πάλι καλωσήρθες."
"Να ΄σαι καλά.", του απάντησε."Καλώς σας βρήκα, είχα χρόνια να έρθω.Να σαι πάντα καλά."
Ένας μπάρμπας τον κοίταζε επίμονα.Προσπαθούσε έντονα να τον θυμηθεί.Και τότε του ήρθαν στο μυαλό κάτι βόλτες με ένα τρίκυκλο.Και τον εαυτό του να κάθεται πάνω σε κάτι δίχτυα.Ήταν ο μπαρμπα-Στέλιος ο ψαράς,ο μπαρμπα-Στελής όπως τον έλεγαν,που έμενε δύο, τρία σπίτια παρακάτω από το δικό του.Αγαπούσαν και οι δύο να κάνουν παρέα.Ο ένας γιατί έλεγε ατέλειωτες ιστορίες για ψαράδες πειρατές και σφουγγαράδες, και ο άλλος γιατί πάντα του άρεσαν οι ιστορίες.Τον κοίταξε και του χαμογέλασε.Κοιτάζονταν για ώρα λες και οι αναμνήσεις πήγαιναν και έρχονταν ανάμεσα στα μυαλά τους.
Η ιστορία που είχε ακούσει τις περισσότερες φορές ήταν αυτή του μικρού κουρσάρου,η πιο μικρή,η πιο απλή στην όψη μα όχι στο νόημα, η πιο αγαπημένη του Στελή και που την έλεγε καλύτερα από όλες.
"Ο μικρός Αλής, ήταν ένα μικρό παληκάράκι από τη ανατολή, σαν και του λόγου σου, όταν τον πήρε η θάλασσα μακριά από το σπίτι του.Τον έκαναν κουρσάρο,είδαν πολλά τα μάτια του, έγινε άντρας και κούρσευε νησια χωριά και πόλεις.Είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των νησιών του πελάγου.Τη βλέπεις τη χώρα που είναι εκεί πάνω ψηλά;Από τους πειρατές την προστάτεψαν και την έχτισαν εκεί πάνω.
Σπίτι του Αλή ήταν η θάλασσα.Και κουρσεύοντας, περνούσαν τα χρόνια,γινόταν άντρας και στεριά δεν τον έβλεπε για πολύ.Γι αυτό είχε έρθει στον κόσμο τούτο, νόμιζε.
Ώσπου μια βραδιά ξέμεινε στο νησί αυτό με τα καράβια του.Κι όπως ανέβαινε στη χώρα με το ασκέρι του για να κάνει πλιάτσικο, μια κόρη του πήρε τα μυαλά.Και η σκληρή του καρδιά άνοιξε σαν κυδώνι που το ανοίγει η λάμα ενός μαχαιριού.
Και ο Αλής ξέχασε τη μοίρα του και έγινε στεργιανός.Έμεινε μαζί της και άφησε το ασκέρι του να οργώνει τις θάλασσες.Και ζήσανε μεγάλο έρωτα.Και νόμιζε πως θα ξεχάσει.Και τα χρόνια περνούσαν.Αλλά το αίμα κύλαγε όπως κυλάει το νερό στο αυλάκι.
Αν ένας άνθρωπος παιδί μου είναι φτιαγμένος από κάτι, όσο και αν προσπαθεί να το ξεριζώσει από μέσα του, δεν τα καταφέρνει.Κι έτσι έφυγε πάλι ένα βράδυ,να συνεχίσει τη ζωή του στη θάλασσα,με μοναδικό σύντροφο μια πληγή και μια ανάμνηση.Και την άφησε την κόρη.Και εκεί η ιστορία τέλειωνε."
Πάντα η ιστορία τέλειωνε με τον ίδιο τρόπο.Με το Στελή να δακρίζει κρυφά και να κρύβει τα δάκρυα από τα γεμάτα απορίες μαγεμένα μάτια του παιδιού.
Ο Στελής σηκώθηκε όρθιος με το ποτήρι στο χέρι και το σακάκι στον ώμο.Ξεκρέμασε το λαγούτο από τον τοίχο και ήρθε προς το μέρος του.
"Καλωσόρησες μικρέ Αλή.καλωσόρισες παιδί μου."
Τον κοίταξε πάλι όπως όταν ήταν μικρός, πάλι γεμάτος απορία, αλλά δεν είπε τίποτα.Η μουσική στο μαγαζί σταμάτησε και όλοι περίμεναν τον Στελή να παίξει.Κάποιοι ψυθίριζαν μεταξύ τους ότι χρόνια είχαν να τον δούν με το λαούτο και όλοι αναρωτιόντουσαν ποιος είναι αυτός που τον έκανε να το ξαναπάρει.
Άρχισε να παίζει,έναν κανταδόρικο μελαγχολικό ρυθμό και πάνω σε αυτόν, μετά από ένα σύντομο ταξίμι, άρχισε να τραγουδάει.Μόνο που οι στίχοι  σε αυτό το πρωτόγνωρο τραγούδι ήταν γνώριμοι.Είχε προσαρμόσει τον Αλη και την ιστορία του στη μουσική του λαούτου και τον είχε κάνει τραγούδι.Και τα είχε όλα μέσα, όλη την αλήθεια.Μόνο που τα μαγεμένα παιδιά, δεν ήταν ένα, ήταν όλο το μαγαζί, όλη η παρέα, που τον άκουγε.
Αυτός σκεφτόταν όσο άκουγε τη γνώριμη ιστορία.Σκεφτόταν τα λόγια του Στελή:"Αν ένας άνθρωπος παιδί μου είναι φτιαγμένος από κάτι, όσο και αν προσπαθεί να το ξεριζώσει από μέσα του, δεν τα καταφέρνει." .Ποιο ήταν άραγε το υλικό από το οποίο ήταν αυτός φτιαγμένος;Ήταν όλα αυτά που έζησε για χρόνια.Οι ιστορίες, οι βόλτες,το νησί με τα βράχια,τα δίχτυα του Στελή,οι καλοκαιρινοί έρωτες.Αυτά τον είχαν φτιάξει.Και όσο και αν το πίστευε δεν τα είχε ξεχάσει.Δεν τα είχε ξεριζώσει.
Αλλά και στη ζωή γενικά, σκέφτηκε, υπάρχουν πράγματα που δε μπορούμε να τα ξεριζώσουμε, που τα προτιμάμε αργά ή γρήγορα απέναντι  σε κάθε κόστος.Βιώματα, συνήθειες, άνθιρωποι.Που ακόμα και αν τα ξεχνάνε και μας ξεχνάνε, τα θυμόμαστε και μας θυμούνται αργά ή γρήγορα.Αυτό είναι το υλικό, η στόφα μας, που έλεγε ο Στελής.Πρέπει να ζούμε λοιπόν με αυτά.Αυτό είναι που κρύβει έναν Αλή μέσα μας.
Καθώς κοιτάγονταν με το Στελή συγκινημένοι,το τραγούδι έφτανε στο τέλος:"Μάδησε ο χρόνος σαν παιδί της νιότης το λουλούδι,μα εγώ σε φύλαξα ακριβή σ' ένα φτωχό τραγούδι.Φαίνεται πως σ' αγάπησα και σ' αγαπώ πολύ γιά να δακρύζω σα μιλώ για το μικρό Αλή..."

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου