επισκέψεις

αρχείο

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Περπατούσε στο δρόμο. Ήταν περίπου δύο μήνες που είχε ξαναγυρίσει στην πόλη. Και ενώ την ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά τώρα είχε πάρει διαζύγιο μαζί της. Κυκλοφορούσε ξένος μεταξύ ξένων, σε νέα στέκια,  είχαν αλλάξει τα ωράρια, είχαν αλλάξει τα στέκια, είχαν αλλάξει τα  πρόσωπα, είχε αλλάξει το πρόσωπό του. Και τα σκεφτόταν αυτά όλο αυτόν τον καιρό, είχε ωστόσο αρχίσει να συνηθίζει στην ιδέα. Είχε βρει τα πατήματά του, είχε βρει ξανά τα παλιά του στέκια, είχε βρεθεί 2, 3 φορές μέσα σε κόσμο.
Και τώρα ήταν σούρουπο. Ο ήλιος έπεφτε  πίσω από τις πολυκατοικίες, άρχιζε να σκοτεινιάζει. Οι πλατείες άρχιζαν να γεμίζουν από κόσμο, η ώρα θα άλλαζε απόψε, είχαμε σχεδόν μπει και επίσημα στην άνοιξη. Και αυτός τώρα περπατούσε. Το βήμα του σταθερό, ελισσόταν μέσα στον κόσμο. Κοιτούσε  άλλοτε χαμηλά, άλλοτε κατά πάνω στα φώτα των αυτοκινήτων,  άλλοτε κλεφτά σε καμιά βιτρίνα. Απέφευγε να κοιτάει τους ανθρώπους στα μάτια, απλά τους προσπερνούσε. Και περπατούσε.
Είχε παρκάρει το αμάξι μακριά από το κέντρο, και για εκεί  είχε κινήσει τώρα. Θα διέσχιζε όλο το κέντρο.
Περπατούσε στο μεγάλο δρόμο. Ευθύς δρόμος γεμάτος αμάξια. Τα αμάξια πήγαιναν τόσο αργά που τα θεωρούσες σχεδόν ακίνητα. Πέρα από το κόκκινο ποτάμι από τα αυτοκίνητα που  έφτανε ως το τέλος του δρόμου, στις κολώνες κρέμονταν σημαίες, και στις δύο πλευρές. Κάτω από τις σημαίες  υπήρχαν κάγκελα, κιγκλιδώματα για την περίφραξη του δρόμου. Σημαίες και κάγκελα. Χαμογέλασε.
Έστριψε δεξιά προς τα πάνω και μπήκε στο κέντρο.
Στην επόμενη γωνία είδε ασπίδες στημένες. Ένα μπουλούκι από μαυροφόρους και ρόμποκοπ, κάπνιζαν, ο ένας από αυτούς απειλούσε έναν πιτσιρικά ότι θα τον μάζευαν, οι υπόλοιποι γελούσανε δυνατά, αδιαφορούσαν για τους γύρω, μιλούσαν στο τηλέφωνο. Ο κόσμος περνούσε και τους προσπερνούσε και δεν ήξερες αν στα μάτια του έκρυβε φόβο, οργή ή αδιαφορία.
Πέρασε κοιτώντας τους και με τα τρία αυτά ταυτόχρονα. Έπειτα είδε τη μητρόπολη και το σημαιοστολισμό της, εικόνα αναντίστοιχη με το περιβάλλον, γιόρταζε γιορτές με είσοδο μόνο για εκλεκτούς και επιτρεπόμενους. Πήγε παρακάτω.
Η πόλη ήταν ένα εμπορικό νεκροταφείο. Τα λουκέτα  φύτρωναν το ένα μετά το άλλο, τόσο που ακόμα και αυτός, που κοιτούσε κάτω κυρίως, όταν πετύχαινε βιτρίνα γεμάτη, χάζευε. Και λίγο μετά την πρώτη πλατεία, εκεί στη στάση του λεωφορείου υπήρχε μια μεγάλη βιτρίνα γεμάτη τηλεοράσεις που φώτιζαν το δρόμο. Ένας τοίχος από τηλεοράσεις, που έπαιζαν  ανά ομάδες  διαφορετικά προγράμματα. Μπροστά στη βιτρίνα είχαν στήσει τη δική τους γιορτή άστεγα πιτσιρίκια, τα οποία θαμπώνονταν από το φως και τα χρώματα. Στάθηκε λίγο εκεί. Έστριψε τσιγάρο. Έβλεπε κι αυτός μαζί τους τα χρώματα, τις εικόνες που άλλαζαν η μία μετά την άλλη. Οι διαφημίσεις κάθε είδους, με ημίγυμνους ανθρώπους από άλλο πλανήτη που ούρλιαζαν για τη μοναδικότητα περιττών προϊόντων. Πάνω δεξιά ένα ντοκιμαντέρ, σε υψηλή ευκρίνεια, αίματα και εκρήξεις, πόλεμοι και στρατηγοί, πόνος και πόνος, βία και βία, το πρόσφατο παρελθόν και παρόν. Η ποιότητα της εικόνας τον έκαναν να πιστεύει ότι αίμα θα αρχίσει να στάζει από την οθόνη ή και ότι τα πιτσιρίκια που κάθονταν εκεί είχαν βγει από το ντοκιμαντέρ. Λίγο πιο κάτω, υπήρχε ένα δελτίο ειδήσεων χωρισμένο σε παράθυρα. Σκέφτηκε ότι αυτά δεν έπρεπε να τα λένε παράθυρα. Παράθυρο είναι κάτι που ανοίγεις για να μπει το φως, για να δεις το έξω, για να δεις κάποιον. Και αυτά τα τετράγωνα άνοιγαν για να δεις τις ίδιες πλευρές του ίδιου νομίσματος. Στόματα που φώναζαν για να σου πουν το ίδιο πράγμα, για να σε πείσουν για κάτι, για κάποιο ψέμα. Αν σε όλα τα τετράγωνα έβγαινε ο ίδιος άνθρωπος κανένας δε θα παραξενευόταν μάλλον. Γι αυτό ήταν βία κι αυτό. Βία των λόγων και των συμπερασμάτων.
Προσπέρασε τα λοιπά διασκεδαστικά προγράμματα άνευ περιεχομένου, τέλειωσε και το τσιγάρο, οπότε άρχισε να περπατάει ξανά. Πήγαινε προς την πλατεία με τα δέντρα. Μια πλατεία μέσα σε ένα εμπορικό νεκροταφείο, κάτι που τα έλεγε όλα. Οι μόνες  φωνές που ακούγονταν ήταν από την πιάτσα των ταξί που από την αναδουλειά είχε πιάσει πια δύο τετράγωνα και από τα λίγα καφενεία στη άλλη άκρη που για να κρατηθούν γεμάτα "έπαιζαν" μπάλα κι χαμηλές τιμές για ρομαντικούς φοιτητές .Στη μέση της πλατείας στοιβάζονταν άστεγοι, σε χαρτόκουτα κυρίως, που είχαν πέσει για ύπνο και θα μπορούσε να πει κανείς ότι θα ήθελαν λίγη ησυχία. Πέρασε από την πιάτσα, και πλησιάζοντας προς τα καφενεία, στάθηκε για λίγο στο μνημείο της πλατείας και άρχισε να το παρατηρεί. Στη βάση του  ξεραμένα στεφάνια που κάποιοι επίσημοι κατέθεσαν. Μπροστά σε αυτό ίχνη από αυγά πεταμένα. Παρατήρησε επίσης ένα σύνθημα γραμμένο με μαρκαδόρο στο σκαλοπάτι μπροστά: "Δε θα πεθάνουμε ποτέ γιατί δε ζούμε". Περπάτησε προς τα καφενεία. Μεγάλες πράσινες οθόνες με κάποιον αγώνα ποδοσφαίρου, και κόσμο που κοιτούσε μόνο μπροστά, χωρίς να μιλάει, μόνο φώναζε για κάποια ευκαιρία που χάθηκε. Προσπέρασε. 
Με το που έστριψε προς τα κάτω μπήκε επιτέλους στο αμάξι. Σκεφτόταν. Έστριψε και άλλο τσιγάρο για το δρόμο και άρχισε να οδηγάει. Ακολούθησε όλη τη διαδρομή που έκανε ανάποδα, με το αυτοκίνητο αυτή τη φορά.
Και τα είδε ξανά όλα ανάποδα: τους ανθρώπους που κοιτάνε μόνο μπροστά. Τους άστεγους που ήθελαν ησυχία. Το μνημείο. Τις αναδουλειές των ταξί. Το εμπορικό νεκροταφείο. Τον τοίχο  τηλεόραση που ξεχείλιζε από βία. Και τα παιδιά ξαπλωμένα στη μέση του πεζοδρομίου είτε γιατί τα πήρε ο ύπνος είτε από κάποια οβίδα. Τη μεγάλη εκκλησία με τις δάφνες και τις σημαίες. Έπειτα το μαύρο μπουλούκι που παρέμενε στη γωνία και κοίταζε όλο μαζί κάτι κοπέλες που πάλι εντελώς φτιαγμένες, βγαλμένες από κάποιο άρθρο γυναικείου περιοδικού έμοιαζαν εντελώς ουρανοκατέβατες και κατευθύνονταν σε κάποιο κατάστημα μαζικής διασκέδασης. Και το δρόμο με τα κάγκελα και τις σημαίες. Όλα ήταν εκεί.

Μετά και από αυτό έστριψε προς τη θάλασσα. Σταμάτησε για λίγο για να στρίψει άλλο ένα τσιγάρο. Είχε βγει για τα καλά από την πόλη. Σκεφτόταν αυτό που είχε δει γραμμένο. Εκτός από το αν θα πεθάνουμε υπήρχε τώρα και το ότι δε ζούμε. Το πώς και αν θα πεθάνει ένας άνθρωπος, το πώς και αν ζει ένας άνθρωπος. Το πώς και αν θα πεθάνει μια πόλη, το πώς και αν ζει η πόλη. Το πώς και αν θα πεθάνει μια κοινωνία, το πώς και αν ζει η κοινωνία. Ήταν τρομαγμένος. Τι είναι αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο; Το να επιλέγεις να μη ζεις για να μην πεθάνεις ποτέ.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου