επισκέψεις

αρχείο

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013



Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μια θάλασσα. Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις ιστορίες, χώριζε αυτή δυο κομμάτια γης. Ωστόσο  όλοι την ήξεραν για ένα άλλο πολύ πιο σοβαρό λόγο: μπορεί να ήταν μικρή τόσο που να έβλεπες τη μία ακτή από την άλλη, ωστόσο είχε μέσα της τόσο κοφτερά βράχια  και ήταν τέτοιο το βάθος της, που φάνταζε απροσπέλαστη. Έτσι λοιπόν, ενώ και από τις δύο πλευρές οι άνθρωποι ψάρευαν, κολυμπούσαν και έφταναν έτσι μέχρι κάποιο σημείο, κανείς δεν είχε τολμήσει να τραβήξει μέχρι απέναντι.
Όσα ο νους του ανθρώπου δε μπορεί να τα χωρέσει, τα συνοδεύουν συνήθως πολλές ιστορίες και δοξασίες που έφτιαχναν οι άνθρωποι και στις δύο ακτές, τόσο η κάθε μία για την απέναντι, όσο και  ποιός ήταν ο λόγος και η προέλευση αυτού που τους χώριζε. Και ενώ αυτές φτιάχνονταν ξεχωριστά, κανένας τους δεν ήξερε ότι οι ιστορίες τους έμοιαζαν. Ήταν πολλές οι ιστορίες. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν αδύνατο να περάσεις τη θάλασσα, γιατί όποιος το τόλμησε σκοτώθηκε. Έλεγαν ότι κάποιος λόγος υπήρχε που ήταν τόσο άγρια και φοβέριζαν τα παιδιά από εδώ και από εκεί, και, με κάθε πιθανή αφορμή, ότι αν δε συμμορφώνονταν, θα τα έπαιρνε η θάλασσα. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι η απέναντι πλευρά, την οποία μπορούσες να δεις με γυμνό μάτι, ήταν τόπος ευλογημένος ή καταραμένος (μικρή η διαφορά)  και ότι ήταν δήθεν εκεί όπου πήγαιναν οι ψυχές όταν έφευγαν από αυτόν τον κόσμο. Έτσι εξηγούσαν αυτοί την αγριάδα της θάλασσας, λέγοντας ότι ένας τέτοιος τόπος δε θα μπορούσε να έχει ελεύθερη πρόσβαση στους ζωντανούς, καταλήγοντας στο ότι μόνο νεκρός μπορούσε να πάει κανείς απέναντι.
Τόσες και άλλες τόσες είναι οι ιστορίες που φούντωναν από εδώ κι από εκεί, και έκαναν τόσο καλά τη δουλειά τους, που είχε χρόνια πολλά κάποιος, όχι να προσπαθήσει να περάσει απέναντι, αλλά ούτε και να παρασυρθεί από ατύχημα. Και τα παιδιά που άκουγαν αυτές τις ιστορίες, έπαιρναν με φόβο τη θάλασσα και μεγάλωναν μεταδίδοντας τον ίδιο φόβο και στα παιδιά τους και στα παιδιά των παιδιών τους και ούτω καθεξής.
Ο μόνος που μπορούσε να βλέπει, άρα να ξέρει και άρα να θυμάται, ήταν αυτός που δήθεν χώριζε, που δήθεν απειλούσε, αυτός που άγγιζε και τις δύο πλευρές: η θάλασσα.
Η θάλασσα ήταν όντως θυμωμένη. Είχε πάει τόσος καιρός που δε ζούσε κανένας θνητός ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά  ώστε να εξηγήσει πώς έγινε αυτό. Αλήθεια ήταν επίσης ότι για πολλά χρόνια μετά από εκείνα τα γεγονότα, η θάλασσα είχε καταπιεί καμπόσους και από τις δύο ακτές.  Όσο οι ιστορίες του φόβου φούντωναν και ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, η θάλασσα ευχόταν και ξαναευχόταν να είχε στόμα ανθρώπινο για να φωνάξει την αλήθεια. Ποιά ήταν όμως αυτή;
Αυτή η ίδια η θάλασσα, η θυμωμένη και σκυλοπνίχτρα, η μικρή με τα κοφτερά βράχια ανάμεσα σε δυο στεριές, κάποτε ήταν γνωστή για το εντελώς αντίθετο. Είχαν να λένε όλοι για εκείνη τη μαγική θάλασσα, για τους ανέμους που σηκώνονταν από το πουθενά, και που με μεγάλη μαεστρία βοηθούσαν  όποιο πλεούμενο ανοίγονταν, να αποφεύγει τα βράχια και τις κακοτοπιές και να περνάει από τη μια άκρη στην άλλη.  Έλεγαν επίσης για τα παιδιά που παρασύρονταν κολυμπώντας σε βαθειά νερά, και που ενώ τα είχαν όλοι για χαμένα, πάντα κάποιο κύμα σηκώνονταν και τα έφερνε πάντα πίσω. Έλεγαν τέλος όλοι για τις τρεχαντήρες που έσκιζαν απ' άκρη σ' άκρη τα νερά της, κάνοντας τους τότε κατοίκους, συμμάχους, συνεργάτες και καλούς γείτονες.
Λένε  ότι σε κάποια από αυτές τις τρεχαντήρες, είχε μεγαλώσει η κόρη του καπετάνιου, μια μελαχρινή κοπέλα, ορφανή από μάνα, καμάρι του πατέρα της ο οποίος συνήθιζε να λέει:     "κάνει για δέκα γιους μαζί. δεν την αλλάζω με τίποτα". Λένε λοιπόν ότι αυτή όπως μεγάλωνε, ομόρφαινε τόσο, που στη γοητεία της κανείς δε μπορούσε να αντισταθεί. Λένε επίσης ότι ήρθε η ώρα που και η δική της καρδιά χτύπησε δυνατά για κάποιον νεαρό ψαρά από την άλλη ακτή. Και λένε ότι χαίρονταν τον έρωτά τους όταν κοιτάζονταν στη μέση της θάλασσας κάπου εκεί ανάμεσα στα βράχια, τόσο πολύ, που και η ίδια η θάλασσα φρόντιζε να κρατά την τρεχαντήρα και τη βαρκούλα για λίγο ακίνητα.
Λένε ότι όταν ο πατέρας της κατάλαβε τι είχε συμβεί, τόσο πολύ φοβήθηκε ότι θα τη χάσει, που βγήκε ένα πρωινό στην ακτή και έπιασε κουβέντα με τη θάλασσα. Λένε ότι της ζήτησε να κάνει κάτι για να βυθίσει την τρεχαντήρα. Κι έτσι καλή που ήταν η θάλασσα και δεν ήξερε να πει "όχι", σήκωσε ξαφνικά δυνατό άνεμο, έκοψε τους κάβους και έριξε την τρεχαντήρα στα βράχια. Και έτσι δεν ξαναβγήκε ποτέ η κόρη στα ανοιχτά.  Έβγαινε και ξαναέβγαινε ο ψαράς στα βράχια αλλά πουθενά η αγάπη του. Και λένε ότι ήταν τόσο απαρηγόρητος, που απελπισμένος, πούλησε τα δίχτυα και τη βάρκα του. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, λένε ότι μαθεύτηκε και στις δύο ακτές ότι η καλή η θάλασσα χάλασε ξαφνικά, γιατί δήθεν τσάκισε από μόνη της το σκαρί του ανθρώπου.
Όταν κατάλαβε λοιπόν  την κακή φήμη που της είχαν κολλήσει , και μάλιστα πάνω στη δικιά της καλοσύνη, λένε ότι ένιωσε τέτοια πίκρα και οργή για την αχαριστία των ανθρώπων μα και για τη δικιά της αφέλεια, που αποφάσισε να μην αφήσει κανέναν ποτέ ξανά να τη διασχίσει. Κι όσα παρακάλια από πρόσωπα αγαπημένα  που χωρίστηκαν στις δυο ακτές κι αν άκουσε από τότε ώστε να μερέψει, αυτή παρέμεινε ανένδοτη. Δε θα επέτρεπε ποτέ να ξανασυμβεί αυτή η ιστορία.
Από όλη αυτή την ιστορία, το μόνο που έμεινε μεταγενέστερα ήταν ο φόβος. Όπως είπαμε και πιο πριν, είναι λογικό οι άνθρωποι να φοβούνται αδικαιολόγητα αυτό που δε μπορούν να καταλάβουν. Ρίχνουν αλλού το φταίξιμο και προσωποποιούν το φόβο τους γκρεμίζοντας ακόμα και σχέσεις εμπιστοσύνης. Είναι αυτός ο φόβος ακριβώς σαν τον άνεμο που μπαίνει από κάπου και σβήνει στο πέρασμά του το κερί, φέρνοντας το σκοτάδι, δηλαδή τη λήθη. Είναι μάλιστα κάποιοι που προτιμούν να σβήσουν από μόνοι τους το κερί, καμαρώνοντας μάλιστα ότι πρόλαβαν τα χειρότερα.
Το θέμα όμως είναι ότι η θάλασσα, λιγότερο η περισσότερο θυμωμένη, παραμένει ανάμεσά τους, ανάμεσά μας. Ίσως να μη μερέψει ποτέ.  Ίσως  βέβαια αν προσπαθήσουμε να την ακούσουμε, να καταδεχτεί αυτή να στείλει τουλάχιστο τα χαιρετίσματα στην απέναντι ακτή. Κανείς δεν ξέρει.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου