Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
εδώ δεν υπάρχει τίποτα
Το παρόν κείμενο είναι συνέχεια των προηγούμενων κειμένων "ο κηπουρός και ο άνεμος", "δε μου τα ζητούσε" , "είμαι τα βήματά μου" και "αναμεσά τους"
Ο κηπουρός καθόταν στην άκρη, ανάμεσα σ’ ένα παιδί και σ’ έναν άντρα που κρατούσε ένα δεμένο σακί στα γόνατά του.
Για αρκετή ώρα κανείς δεν μίλησε.
Ο δρόμος ανέβαινε και η άμαξα έτριζε πάνω στις πέτρες. Κάθε τόσο ένας τροχός έπεφτε σε κάποια λακκούβα και τα σώματά τους έγερναν όλα μαζί προς την ίδια πλευρά.
Στην αρχή ο κηπουρός κρατιόταν σφιχτά από το ξύλο.
Ύστερα έμαθε να αφήνεται στην κίνηση.
Η γυναίκα που κρατούσε τα γκέμια γύρισε προς το μέρος του.
«Πεινάς;»
Του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί.
Ο κηπουρός το πήρε.
Το παιδί τού έδειξε ένα πουλί που πετούσε χαμηλά πάνω από τις πλαγιές. Ο άντρας με το σακί τού είπε πως, αν ο καιρός κρατούσε, πριν νυχτώσει θα είχαν περάσει το πρώτο ύψωμα.
Κάποιος γέλασε για κάτι που δεν άκουσε καλά.
Ο κηπουρός γέλασε κι εκείνος.
Δεν θυμόταν πότε είχε καθίσει τελευταία φορά μαζί με ανθρώπους χωρίς να περιμένουν από εκείνον να κάνει κάτι.
Στον κήπο οι φωνές έφταναν πάντα μέχρι εκείνον μαζί με μια ανάγκη.
Έλα να δεις.
Αυτό ξεράθηκε.
Εκείνο έσπασε.
Τώρα οι άνθρωποι μιλούσαν χωρίς να του ζητούν τίποτα.
Και για πρώτη φορά η σιωπή του δεν τον έκανε αόρατο.
Λίγο πιο πέρα ο δρόμος χώριζε.
Ο άντρας με το σακί χτύπησε το ξύλο της άμαξας.
«Εδώ κατεβαίνω.»
Η γυναίκα σταμάτησε.
Ο άντρας πήδηξε κάτω, πέρασε το σακί στον ώμο του και τους αποχαιρέτησε.
«Δεν έρχεσαι μαζί μας;» τον ρώτησε το παιδί.
«Το σπίτι μου είναι από εκεί.»
Έδειξε ένα στενό μονοπάτι που κατέβαινε ανάμεσα στις πέτρες.
Η άμαξα ξεκίνησε ξανά.
Ο κηπουρός κοίταζε τον άντρα ώσπου χάθηκε πίσω από την πλαγιά.
Η θέση που είχε αφήσει άδεια φαινόταν μεγαλύτερη απ’ όσο ήταν.
Έπειτα από λίγο η ηλικιωμένη γυναίκα έβγαλε από ένα καλάθι μήλα και τα μοίρασε. Έδωσε κι ένα στον κηπουρό.
«Θα φτάσουμε πριν νυχτώσει;» τη ρώτησε.
«Εγώ ναι.»
Ο κηπουρός περίμενε να συνεχίσει.
Εκείνη όμως δάγκωσε το μήλο της και κοίταξε μπροστά.
Στο επόμενο χωριό η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε μια χαμηλή πέτρινη αυλή.
Δύο άνθρωποι βγήκαν από ένα σπίτι και πλησίασαν.
Η ηλικιωμένη γυναίκα κατέβηκε. Το παιδί τη βοήθησε να σηκώσει το καλάθι.
Ο κηπουρός νόμιζε πως θα ξανανέβαινε.
Εκείνη όμως τον άγγιξε στον ώμο.
«Καλό δρόμο», του είπε.
Και μπήκε στην αυλή.
Οι άνθρωποι που την περίμεναν έκλεισαν την πόρτα πίσω της.
Η άμαξα συνέχισε.
Ο κηπουρός γύρισε προς τη γυναίκα που κρατούσε τα γκέμια.
«Δεν ερχόταν μαζί μας;»
«Μέχρι εδώ ερχόταν.»
Ο κηπουρός κοίταξε πάλι πίσω.
Δεν ήταν σίγουρος πότε είχε αρχίσει να πιστεύει πως όλοι πήγαιναν στο ίδιο μέρος.
Ίσως όταν του έκαναν χώρο.
Ίσως όταν μοιράστηκαν το ψωμί.
Ίσως επειδή, από τη στιγμή που ανέβηκε, κανείς δεν του είχε ζητήσει να κατέβει.
Το παιδί είχε ξαπλώσει πάνω στα σακιά. Κρατούσε ακόμη το κομμάτι σκοινί και έφτιαχνε κόμπους.
«Εσύ πού πηγαίνεις;» το ρώτησε ο κηπουρός.
«Στον θείο μου.»
«Και μετά;»
Το παιδί ανασήκωσε τους ώμους.
«Μετά θα γυρίσω στη μητέρα μου.»
Ο κηπουρός έγνεψε, σαν να καταλάβαινε.
Ο δρόμος ανέβαινε απότομα.
Τα σπίτια έμειναν πίσω και το τοπίο άνοιξε. Δεν υπήρχαν πια δέντρα, μόνο χαμηλοί θάμνοι και πέτρες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο.
Ο κηπουρός άρχισε να προσέχει τα κενά πάνω στην άμαξα.
Τις θέσεις που άδειαζαν.
Κάθε άνθρωπος που κατέβαινε έπαιρνε μαζί του κάτι που ο κηπουρός είχε θεωρήσει κοινό.
Μια ιστορία.
Ένα αστείο.
Τον τρόπο που καθόταν.
Το βάρος του πάνω στο ξύλο.
Κι όμως κανείς δεν έμοιαζε να εγκαταλείπει κανέναν.
Απλώς είχε φτάσει.
Λίγο πριν από το ύψωμα, το παιδί σηκώθηκε.
Στην άκρη του δρόμου περίμενε ένας άντρας μ’ ένα μικρό άλογο.
Η γυναίκα σταμάτησε την άμαξα.
Το παιδί πήδηξε κάτω και έτρεξε προς το μέρος του.
Πριν φύγει, γύρισε προς τον κηπουρό.
«Το όνομά σου το θυμήθηκες;»
Ο κηπουρός χαμογέλασε.
«Όχι ακόμη.»
Το παιδί κούνησε το χέρι του και απομακρύνθηκε.
Η άμαξα ξεκίνησε πάλι.
Τώρα είχαν μείνει μόνο οι δυο τους.
Η γυναίκα κρατούσε τα γκέμια χωρίς να μιλά. Ο κηπουρός κοίταζε τον δρόμο.
Η σιωπή δεν ήταν πια η ίδια.
Δεν είχε αλλάξει τίποτα στον τρόπο που του φερόταν. Δεν τον είχε διώξει κανείς. Δεν του είχαν υποσχεθεί τίποτα.
Κι όμως ένιωθε πως κάτι τού είχε αφαιρεθεί.
Είχε πιστέψει πως η άμαξα ήταν ένας καινούργιος τόπος.
Τώρα έβλεπε πως ήταν μόνο ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας έφτανε στον δικό του.
Ο δρόμος κατέβηκε στην άλλη πλευρά του λόφου.
Μπροστά τους άνοιγε μια μεγάλη πεδιάδα. Τρεις δρόμοι ξεκινούσαν από το ίδιο σημείο και χάνονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η γυναίκα σταμάτησε την άμαξα.
Έδειξε τον δρόμο αριστερά.
«Εγώ συνεχίζω από εδώ.»
Ο κηπουρός κοίταξε τους άλλους δύο.
Ο ένας οδηγούσε προς κάποια μακρινά σπίτια.
Ο άλλος ανέβαινε προς τα βουνά.
«Εσύ πού κατεβαίνεις;» τον ρώτησε.
Ο κηπουρός δεν απάντησε αμέσως.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε σκεφτεί πως έπρεπε να κατέβει κάπου.
Είχε θεωρήσει πως, αφού τον πήραν μαζί τους, υπήρχε και γι’ αυτόν ένα τέλος στον δρόμο.
Κοίταξε πίσω.
Δεν φαινόταν κανένας από όσους είχαν ταξιδέψει μαζί τους.
Μπροστά του οι δρόμοι οδηγούσαν στους τόπους των άλλων.
Ανάμεσά τους υπήρχε ένα κομμάτι γης που δεν οδηγούσε πουθενά.
Ήταν επίπεδο και ξερό.
Μερικές πέτρες.
Λίγα αγριόχορτα.
Τίποτε άλλο.
«Εδώ», είπε.
Η γυναίκα κοίταξε γύρω.
«Εδώ δεν υπάρχει τίποτα.»
Ο κηπουρός κατέβηκε από την άμαξα.
«Το ξέρω.»
Για αρκετή ώρα κανείς δεν μίλησε.
Ο δρόμος ανέβαινε και η άμαξα έτριζε πάνω στις πέτρες. Κάθε τόσο ένας τροχός έπεφτε σε κάποια λακκούβα και τα σώματά τους έγερναν όλα μαζί προς την ίδια πλευρά.
Στην αρχή ο κηπουρός κρατιόταν σφιχτά από το ξύλο.
Ύστερα έμαθε να αφήνεται στην κίνηση.
Η γυναίκα που κρατούσε τα γκέμια γύρισε προς το μέρος του.
«Πεινάς;»
Του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί.
Ο κηπουρός το πήρε.
Το παιδί τού έδειξε ένα πουλί που πετούσε χαμηλά πάνω από τις πλαγιές. Ο άντρας με το σακί τού είπε πως, αν ο καιρός κρατούσε, πριν νυχτώσει θα είχαν περάσει το πρώτο ύψωμα.
Κάποιος γέλασε για κάτι που δεν άκουσε καλά.
Ο κηπουρός γέλασε κι εκείνος.
Δεν θυμόταν πότε είχε καθίσει τελευταία φορά μαζί με ανθρώπους χωρίς να περιμένουν από εκείνον να κάνει κάτι.
Στον κήπο οι φωνές έφταναν πάντα μέχρι εκείνον μαζί με μια ανάγκη.
Έλα να δεις.
Αυτό ξεράθηκε.
Εκείνο έσπασε.
Τώρα οι άνθρωποι μιλούσαν χωρίς να του ζητούν τίποτα.
Και για πρώτη φορά η σιωπή του δεν τον έκανε αόρατο.
Λίγο πιο πέρα ο δρόμος χώριζε.
Ο άντρας με το σακί χτύπησε το ξύλο της άμαξας.
«Εδώ κατεβαίνω.»
Η γυναίκα σταμάτησε.
Ο άντρας πήδηξε κάτω, πέρασε το σακί στον ώμο του και τους αποχαιρέτησε.
«Δεν έρχεσαι μαζί μας;» τον ρώτησε το παιδί.
«Το σπίτι μου είναι από εκεί.»
Έδειξε ένα στενό μονοπάτι που κατέβαινε ανάμεσα στις πέτρες.
Η άμαξα ξεκίνησε ξανά.
Ο κηπουρός κοίταζε τον άντρα ώσπου χάθηκε πίσω από την πλαγιά.
Η θέση που είχε αφήσει άδεια φαινόταν μεγαλύτερη απ’ όσο ήταν.
Έπειτα από λίγο η ηλικιωμένη γυναίκα έβγαλε από ένα καλάθι μήλα και τα μοίρασε. Έδωσε κι ένα στον κηπουρό.
«Θα φτάσουμε πριν νυχτώσει;» τη ρώτησε.
«Εγώ ναι.»
Ο κηπουρός περίμενε να συνεχίσει.
Εκείνη όμως δάγκωσε το μήλο της και κοίταξε μπροστά.
Στο επόμενο χωριό η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε μια χαμηλή πέτρινη αυλή.
Δύο άνθρωποι βγήκαν από ένα σπίτι και πλησίασαν.
Η ηλικιωμένη γυναίκα κατέβηκε. Το παιδί τη βοήθησε να σηκώσει το καλάθι.
Ο κηπουρός νόμιζε πως θα ξανανέβαινε.
Εκείνη όμως τον άγγιξε στον ώμο.
«Καλό δρόμο», του είπε.
Και μπήκε στην αυλή.
Οι άνθρωποι που την περίμεναν έκλεισαν την πόρτα πίσω της.
Η άμαξα συνέχισε.
Ο κηπουρός γύρισε προς τη γυναίκα που κρατούσε τα γκέμια.
«Δεν ερχόταν μαζί μας;»
«Μέχρι εδώ ερχόταν.»
Ο κηπουρός κοίταξε πάλι πίσω.
Δεν ήταν σίγουρος πότε είχε αρχίσει να πιστεύει πως όλοι πήγαιναν στο ίδιο μέρος.
Ίσως όταν του έκαναν χώρο.
Ίσως όταν μοιράστηκαν το ψωμί.
Ίσως επειδή, από τη στιγμή που ανέβηκε, κανείς δεν του είχε ζητήσει να κατέβει.
Το παιδί είχε ξαπλώσει πάνω στα σακιά. Κρατούσε ακόμη το κομμάτι σκοινί και έφτιαχνε κόμπους.
«Εσύ πού πηγαίνεις;» το ρώτησε ο κηπουρός.
«Στον θείο μου.»
«Και μετά;»
Το παιδί ανασήκωσε τους ώμους.
«Μετά θα γυρίσω στη μητέρα μου.»
Ο κηπουρός έγνεψε, σαν να καταλάβαινε.
Ο δρόμος ανέβαινε απότομα.
Τα σπίτια έμειναν πίσω και το τοπίο άνοιξε. Δεν υπήρχαν πια δέντρα, μόνο χαμηλοί θάμνοι και πέτρες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο.
Ο κηπουρός άρχισε να προσέχει τα κενά πάνω στην άμαξα.
Τις θέσεις που άδειαζαν.
Κάθε άνθρωπος που κατέβαινε έπαιρνε μαζί του κάτι που ο κηπουρός είχε θεωρήσει κοινό.
Μια ιστορία.
Ένα αστείο.
Τον τρόπο που καθόταν.
Το βάρος του πάνω στο ξύλο.
Κι όμως κανείς δεν έμοιαζε να εγκαταλείπει κανέναν.
Απλώς είχε φτάσει.
Λίγο πριν από το ύψωμα, το παιδί σηκώθηκε.
Στην άκρη του δρόμου περίμενε ένας άντρας μ’ ένα μικρό άλογο.
Η γυναίκα σταμάτησε την άμαξα.
Το παιδί πήδηξε κάτω και έτρεξε προς το μέρος του.
Πριν φύγει, γύρισε προς τον κηπουρό.
«Το όνομά σου το θυμήθηκες;»
Ο κηπουρός χαμογέλασε.
«Όχι ακόμη.»
Το παιδί κούνησε το χέρι του και απομακρύνθηκε.
Η άμαξα ξεκίνησε πάλι.
Τώρα είχαν μείνει μόνο οι δυο τους.
Η γυναίκα κρατούσε τα γκέμια χωρίς να μιλά. Ο κηπουρός κοίταζε τον δρόμο.
Η σιωπή δεν ήταν πια η ίδια.
Δεν είχε αλλάξει τίποτα στον τρόπο που του φερόταν. Δεν τον είχε διώξει κανείς. Δεν του είχαν υποσχεθεί τίποτα.
Κι όμως ένιωθε πως κάτι τού είχε αφαιρεθεί.
Είχε πιστέψει πως η άμαξα ήταν ένας καινούργιος τόπος.
Τώρα έβλεπε πως ήταν μόνο ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας έφτανε στον δικό του.
Ο δρόμος κατέβηκε στην άλλη πλευρά του λόφου.
Μπροστά τους άνοιγε μια μεγάλη πεδιάδα. Τρεις δρόμοι ξεκινούσαν από το ίδιο σημείο και χάνονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η γυναίκα σταμάτησε την άμαξα.
Έδειξε τον δρόμο αριστερά.
«Εγώ συνεχίζω από εδώ.»
Ο κηπουρός κοίταξε τους άλλους δύο.
Ο ένας οδηγούσε προς κάποια μακρινά σπίτια.
Ο άλλος ανέβαινε προς τα βουνά.
«Εσύ πού κατεβαίνεις;» τον ρώτησε.
Ο κηπουρός δεν απάντησε αμέσως.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε σκεφτεί πως έπρεπε να κατέβει κάπου.
Είχε θεωρήσει πως, αφού τον πήραν μαζί τους, υπήρχε και γι’ αυτόν ένα τέλος στον δρόμο.
Κοίταξε πίσω.
Δεν φαινόταν κανένας από όσους είχαν ταξιδέψει μαζί τους.
Μπροστά του οι δρόμοι οδηγούσαν στους τόπους των άλλων.
Ανάμεσά τους υπήρχε ένα κομμάτι γης που δεν οδηγούσε πουθενά.
Ήταν επίπεδο και ξερό.
Μερικές πέτρες.
Λίγα αγριόχορτα.
Τίποτε άλλο.
«Εδώ», είπε.
Η γυναίκα κοίταξε γύρω.
«Εδώ δεν υπάρχει τίποτα.»
Ο κηπουρός κατέβηκε από την άμαξα.
«Το ξέρω.»
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(Atom)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου