Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

αναμεσά τους

Το παρόν κείμενο είναι συνέχεια των προηγούμενων κειμένων "ο κηπουρός και ο άνεμος", "δε μου τα ζητούσε" και "είμαι τα βήματά μου"


Και ο κηπουρός συνέχισε να περπατά.
Το τοπίο άλλαζε τόσο λίγο κάθε φορά, που δεν κατάλαβε πότε τα δέντρα άρχισαν να αραιώνουν.
Το χώμα έγινε πιο ξερό.
Τα μονοπάτια ενώθηκαν σε έναν φαρδύτερο δρόμο.
Κι εκείνος συνέχισε, πιστεύοντας πως βρισκόταν ακόμη σε κάποιο παραμελημένο άκρο του κήπου, σε ένα μέρος που είχε αλλάξει επειδή είχε μείνει για χρόνια χωρίς φροντίδα.
Λίγο αργότερα άκουσε φωνές.
Μια άμαξα είχε βουλιάξει στη λάσπη.
Ο ένας τροχός είχε χωθεί βαθιά και κάθε προσπάθεια των ζώων τον έσπρωχνε ακόμη περισσότερο μέσα στο χώμα.
Ο κηπουρός στάθηκε για λίγο και τους παρατήρησε.
Ύστερα πλησίασε.
«Σταματήστε», είπε. «Έτσι βουλιάζει περισσότερο.»
Γονάτισε δίπλα στον τροχό και πίεσε το χώμα με τα δάχτυλά του.
Λίγο βαθύτερα η γη ήταν σκληρή.
Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν πέτρες και δύο χοντρά κλαδιά.
«Αν σηκώσουμε λίγο τον άξονα και γεμίσουμε το κενό, θα βγει.»
Οι άνθρωποι τον άκουσαν.
Ίσως επειδή φαινόταν να ξέρει.
Ίσως επειδή είχαν κουραστεί να δοκιμάζουν.
Στην πρώτη προσπάθεια το κλαδί γλίστρησε.
Στη δεύτερη ο τροχός σηκώθηκε.
Έβαλαν πέτρες από κάτω.
Τα ζώα τράβηξαν.
Οι άνθρωποι έσπρωξαν.
Και η άμαξα βγήκε από τη λάσπη.
Άρχισαν να φορτώνουν ξανά τα πράγματά τους.
Ο κηπουρός κοίταξε τον δρόμο που άνοιγε μπροστά τους. 
Λίγο πιο πέρα στένευε ανάμεσα σε δύο πλαγιές και ο ουρανός βάραινε ξανά.
«Δεν πρέπει να συνεχίσετε από εκεί», είπε. «Αν βρέξει, ο δρόμος θα κλείσει.»
Έδειξε ένα μικρότερο μονοπάτι που έστριβε δεξιά.
«Από εκεί είναι ασφαλέστερα.»
Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν.
«Εμείς πηγαίνουμε προς τους λόφους», είπε μια γυναίκα.
«Θα κινδυνέψετε.»
«Μπορεί.»
«Τότε πάρτε τον άλλο δρόμο.»
Η γυναίκα έδεσε ένα σακί στο πίσω μέρος της άμαξας και ύστερα τον κοίταξε.
«Μας βοήθησες να βγούμε από τη λάσπη», είπε. «Δεν σημαίνει πως μπορείς να διαλέξεις και τον δρόμο μας.»
Ο κηπουρός έμεινε σιωπηλός.
Είχε δει τον κίνδυνο.
Είχε βρει τη λύση.
Και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, είχε αρχίσει να πιστεύει πως μαζί με τον τροχό είχε πάρει στα χέρια του και την πορεία τους.
Οι άνθρωποι ανέβηκαν στην άμαξα.
«Εσύ πού πηγαίνεις;» τον ρώτησε ένας από αυτούς.
Ο κηπουρός έδειξε αόριστα πίσω του.
«Στον κήπο.»
Ο άντρας κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε.
«Ο κήπος είναι πολύ μακριά από εδώ.»
Ο κηπουρός γύρισε και κοίταξε πίσω.
Δεν αναγνώριζε τα δέντρα.
Ούτε τις πέτρες.
Ούτε τη γραμμή των λόφων.
«Πότε βγήκα;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω», είπε ο άντρας. «Όταν σε βρήκαμε, ήσουν ήδη έξω.»
Ο κηπουρός έμεινε για λίγο ακίνητος.
Δεν είχε υπάρξει πύλη.
Ούτε κάποιος τοίχος.
Το τοπίο είχε αλλάξει λίγο λίγο, κι εκείνος είχε συνεχίσει να περπατά σαν να βρισκόταν ακόμη μέσα στον κήπο.
Η γυναίκα μετακινήθηκε και του έκανε χώρο στην άμαξα.
«Έλα μαζί μας», του είπε.
Ο κηπουρός κοίταξε τη θέση που του άνοιξαν.
Κανείς δεν του ζητούσε να δείξει τον δρόμο.
Κανείς δεν του ζητούσε να αποφασίσει για τους άλλους.
Του ζητούσαν μόνο να καθίσει ανάμεσά τους.
Ανέβηκε.
Καθώς η άμαξα ξεκινούσε, γύρισε και κοίταξε πίσω.
Ο κήπος δεν φαινόταν πια.
Θα μπορούσε ακόμη να τον αναζητήσει.
Να επιστρέψει στα γνώριμα μονοπάτια, στις ανάγκες που ήξερε να διακρίνει, στη θέση που ήξερε να κρατά.
Δεν το έκανε.
Γύρισε το βλέμμα μπροστά.
Και άφησε την άμαξα να τον πάρει μαζί της.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου