Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

κάτω από τις ρίζες

Το παρόν κείμενο είναι συνέχεια των προηγούμενων κειμένων "ο κηπουρός και ο άνεμος", "δε μου τα ζητούσε" , "είμαι τα βήματά μου" ,"αναμεσά τους" και "εδώ δεν υπάρχει τίποτα"



Η γυναίκα τον κοίταξε για λίγο ακόμη.
Ύστερα τράβηξε τα γκέμια και η άμαξα πήρε τον αριστερό δρόμο.
Ο κηπουρός έμεινε εκεί ώσπου χάθηκε ο ήχος των τροχών. Για λίγο η σκόνη έδειχνε ακόμη την πορεία της. Έπειτα έπεσε κι αυτή και οι τρεις δρόμοι έμειναν πάλι άδειοι.
Γύρω του απλωνόταν η ξερή γη.
Μερικές πέτρες.
Λίγα αγριόχορτα.
Τίποτε άλλο.
Περπάτησε προς τα μακρινά σπίτια. Ο δρόμος ήταν καθαρός και εύκολος. Δεν χρειαζόταν παρά να βάλει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και, αργά ή γρήγορα, θα έφτανε κάπου.
Σταμάτησε.
Γύρισε προς τα βουνά. Ο δεύτερος δρόμος ανέβαινε ανάμεσα στις πλαγιές και χανόταν πίσω τους. Ίσως εκεί υπήρχε νερό. Ίσως δέντρα. Ίσως ένας κήπος που χρειαζόταν χέρια.
Ο τρίτος δρόμος κρατούσε ακόμη τα ίχνη της άμαξας.
Ο κηπουρός επέστρεψε στο κομμάτι γης ανάμεσά τους.
Είχε κατέβει επειδή δεν ήθελε να φτάσει στον τόπο κάποιου άλλου.
Μόνο τώρα καταλάβαινε πως αυτό δεν αρκούσε για να αποκτήσει δικό του.
Κάθισε πάνω σε μια πέτρα.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει, όμως η γη έκαιγε ακόμη. Τα αγριόχορτα λύγιζαν κάθε φορά που περνούσε ο αέρας και ύστερα σηκώνονταν πάλι, όσο τους επέτρεπαν τα ξερά τους στελέχη.
Για λίγη ώρα ο κηπουρός περίμενε.
Δεν ήξερε τι.
Ίσως ένα σημάδι.
Ίσως κάποιον περαστικό που θα του έλεγε ότι είχε κάνει καλά.
Ίσως την άμαξα να γυρίσει.
Τίποτα δεν ήρθε.
Στον κήπο δεν χρειαζόταν ποτέ να περιμένει έτσι. Πάντα υπήρχε κάτι που τον καλούσε. Ένα κλαδί έσπαγε. Ένα αυλάκι έκλεινε. Ένα δέντρο έγερνε. Ακόμη κι όταν οι άνθρωποι σώπαιναν, ο κήπος συνέχιζε να του ζητά.
Εδώ η γη δεν του ζητούσε τίποτα.
Για πρώτη φορά δεν ήξερε αν αυτό ήταν ελευθερία ή εγκατάλειψη.
Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά.
Στην αρχή κοίταζε όπως είχε κοιτάξει και η γυναίκα από την άμαξα. Έβλεπε μόνο όσα δεν υπήρχαν.
Ούτε σκιά.
Ούτε δέντρο.
Ούτε νερό.
Ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα.
Παρατήρησε πως οι πέτρες δεν ήταν όλες ίδιες. Άλλες είχαν στρογγυλέψει από τον καιρό. Άλλες είχαν ίσιες πλευρές, σαν να τις είχε αγγίξει κάποτε ανθρώπινο χέρι. Σε ένα σημείο η γη βούλιαζε ελάχιστα. Τα αγριόχορτα εκεί ήταν πυκνότερα και οι ρίζες τους είχαν πιαστεί ανάμεσα σε πλατιές πλάκες.
Γονάτισε.
Τράβηξε τα ξερά στελέχη και καθάρισε το χώμα με τις παλάμες του.
Φάνηκε η άκρη μιας πέτρας.
Ύστερα μιας δεύτερης.
Και μιας τρίτης.
Οι πέτρες σχημάτιζαν καμπύλη.
Ο κηπουρός συνέχισε να καθαρίζει ώσπου η καμπύλη έκλεισε γύρω από μια μεγάλη πλάκα, μισοχωμένη στη γη. Χώμα και ρίζες είχαν σκεπάσει τις άκρες της. Αν δεν είχε γονατίσει, θα την είχε περάσει για κομμάτι του εδάφους.
Έβαλε τα δάχτυλά του από κάτω και τράβηξε.
Η πλάκα δεν κουνήθηκε.
Έβγαλε από τη ζώνη του το μικρό μαχαίρι και άρχισε να σκάβει γύρω της. Η επιφάνεια ήταν σκληρή, μα χαμηλότερα το χώμα γινόταν βαρύτερο. Δεν διαλυόταν πια στα δάχτυλά του. Κρατούσε λίγη δροσιά.
Ο κηπουρός σταμάτησε.
Ακούμπησε την παλάμη του στη γη.
Έπειτα συνέχισε.
Όταν άνοιξε μια μικρή χαραμάδα κάτω από την πλάκα, έσκυψε κοντά.
Από μέσα ανέβαινε ψυχρός αέρας.
Μύριζε πέτρα και κλεισμένη υγρασία.
Βρήκε ένα μικρό βότσαλο και το άφησε να πέσει στο σκοτάδι.
Το άκουσε να χτυπά μία φορά στα τοιχώματα.
Ύστερα δεύτερη.
Έπειτα ακούστηκε ένας βαθύς, μικρός παφλασμός.
Ο κηπουρός έμεινε ακίνητος.
Πήρε άλλη μία πέτρα και την άφησε από το ίδιο σημείο.
Ο ήχος του νερού ήρθε ξανά.
Κάτω από την ξερή γη υπήρχε μια στέρνα.
Και μέσα της, ύστερα από τόσα χρόνια, είχε μείνει ακόμη νερό.
Κάθισε δίπλα στην πλάκα.
Το νερό βρισκόταν βαθιά. Δεν μπορούσε να το δει ούτε να το φτάσει με το χέρι του. Δεν ήξερε πόσο ήταν, αν ήταν καθαρό ή αν θα έφτανε για να κρατήσει ζωντανό οτιδήποτε.
Όμως υπήρχε.
Ο κηπουρός κοίταξε ξανά το κομμάτι γης.
Δεν είχε αλλάξει.
Παρέμενε επίπεδο και ξερό. Οι πέτρες ήταν οι ίδιες. Τα αγριόχορτα συνέχιζαν να λυγίζουν στον αέρα.
Εκείνος είχε αλλάξει τον τρόπο που το έβλεπε.
Σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τις πέτρες που είχε παραμερίσει. Τις τοποθέτησε γύρω από την πλάκα, ώστε το σημείο να ξεχωρίζει. Όχι για να το κλείσει. Για να μη χαθεί ξανά κάτω από το χώμα.
Ύστερα καθάρισε τα ξερά χόρτα από μια μικρή λωρίδα γης δίπλα στη στέρνα.
Έφτασε το χέρι του μέχρι το χώμα και το έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ήταν φτωχό και σκληρό. Θα χρειαζόταν χρόνο. Νερό. Ίσως πράγματα που δεν είχε ακόμη.
Για μια στιγμή θέλησε να σκάψει αμέσως.
Να φυτέψει κάτι, έστω ένα ξερό κλαδί, μόνο και μόνο για να μπορεί να πει πως είχε αρχίσει.
Δεν το έκανε.
Άφησε το μαχαίρι κάτω.
Στον παλιό κήπο είχε μάθει να τρέχει πριν ακόμη καταλάβει τι συνέβαινε. Να δένει ό,τι έσπαγε, να ποτίζει ό,τι μάραζε, να γεμίζει κάθε κενό πριν προλάβει να το κοιτάξει.
Εδώ δεν υπήρχε κανείς να τον πιέσει.
Θα μπορούσε πρώτα να μάθει τον τόπο.
Να δει πού στεκόταν ο ήλιος το πρωί.
Από πού ερχόταν ο αέρας.
Πόσο νερό κρατούσε η στέρνα.
Να καταλάβει τι μπορούσε να ζήσει εκεί, κι όχι τι ήθελε ο ίδιος να αναγκάσει να ζήσει.
Ο ήλιος έφτανε πια στις άκρες των βουνών.
Ο κηπουρός μάζεψε μερικές ακόμη πέτρες και έφτιαξε μια μικρή σειρά στην άκρη του καθαρισμένου χώρου.
Δεν ήταν φράχτης.
Δεν χώριζε το δικό του από το ξένο.
Ήταν μόνο ένα σημάδι για την επόμενη μέρα.
Κάθισε δίπλα στη στέρνα και κοίταξε γύρω του.
Η γη ήταν ακόμη ξερή.
Οι πέτρες ήταν ακόμη πέτρες.
Δεν υπήρχε ακόμη τίποτα, τουλάχιστο πάνω από τις ρίζες.
Ίσως, όμως, αυτό το τίποτα να ήταν αρκετό για να αρχίσει.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου